"Η ελεύθερη ψυχή είναι σπάνια, αλλά όταν τη συναντήσεις την αναγνωρίζεις. Κι αυτό, γιατί αισθάνεται όμορφα, πολύ όμορφα όταν είσαι κοντά της ή μαζί της"
C.B

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Το παρακάτω αφιέρωμα δεν θα γινόταν ποτέ χωρίς την παραίνεση του αγαπημένου φίλου, Γιώργου Πήττα, όταν αγριεμένη από τις εμπειρίες μου στη Δήλο, δήλωσα. "Τέλος. Τα κατεβάζω όλα. Δεν μπορώ πια να τα διαχειριστώ, ούτε τους κωδικούς δεν θυμάμαι" Και τότε αυτός ο σιωπηλός ο μακρινός σαν Λειβαδίτικη ανάμνηση φίλος, μίλησε. "Μην σταματήσεις να τρέχεις αυτό το blog Ελένη. Ψάχτα όλα από την αρχή. Θα τα βρεις". Ε να μη το γράψω; Να μην τον ευχαριστήσω ακόμα κι αυτό σήμαινε πολλά πακέτα τσιγάρα, ξενύχτι και εβδομάδες άκαρπων προσπαθειών να αποκτήσω τον έλεγχο του blog ξανά; Τα κατάφερα όμως ε; Σ' ευχαριστώ βρε Γιώργο...

Ερωτικό - Τάσος Λειβαδίτης

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ “ Ο κόσμος, μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει.»



ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ






“ Ο κόσμος, μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει.»

Τα πρώτα χρόνια που διάβαζα ποίηση, δεν τον ήξερα. Είναι παράξενο γιατί στο σπίτι μου είχα δίσκους του Θεοδωράκη με στίχους του, και δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να δω ποιος έγραψε αυτά τα θαυμάσια λόγια. Μια παρεξηγημένη εντύπωση μου είχε καρφωθεί από τα μαθητικά χρόνια, πως εκείνοι που αναφέρονταν στα σχολικά βιβλία, ήταν οι ποιητές ενώ όσοι δεν συγκαταλέγονταν, βρίσκονταν είτε σε παραπλήσια πεδία, είτε ήταν σατανάνθρωποι, είτε παρίσταναν τους ποιητές.

Όσο για τους δίσκους, αυτούς τους είχε αγοράσει ο πατέρας μου προ απαγόρευσης. Δεν μου εξήγησε ποτέ γιατί τους κρύβει και γιατί μου απαγορεύει να τους ακούσω, αλλά επειδή μου απαγόρευε,  τους άκουγα κρυφά. Ήξερα τα λόγια απέξω αλλά πάλι, δεν ήξερα ποιος είναι ο Ελύτης, ο Λειβαδίτης, ποιος να μου πει; Ούτε οι γονείς μου είχαν τις γνώσεις πέρα από μια ενστικτώδη ορμή προς τον αριστερό χώρο, ούτε πολύ περισσότερο η γειτονιά. Αυτή η φτωχογειτονιά που όταν έβρεχε, παραβαίνοντας κάθε εντολή, έβαζα το τραγούδι της να ακουστεί απ’ άκρη σ’ άκρη.


Οι συνδέσεις λοιπόν, έγιναν αργότερα. Όταν ήδη είχα έρθει σε επαφή με το έργο του Καρυωτάκη, του Καβάφη που δεν μου άρεσε όσο ο πρώτος, του Παράσχου και του Κρυστάλλη, του Βιτσέντζου Κορνάρου,  του Παλαμά που ακόμα αγαπώ  και του Κίπλινγκ, αυτού του εκπροσώπου της αγγλικής αποικιοκρατίας και βαρβαρότητας στην Νότια Αφρική. (Η περίοδος 1898-1910 ήταν ζωτικής σημασίας για την ιστορία της Νότιας Αφρικής καθώς περιελάμβανε τον Δεύτερο Πόλεμο των Μπόερς (1899-1902), την επακόλουθη συνθήκη ειρήνης και τη δημιουργία της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης το 1910. Πίσω στην Αγγλία, ο Κίπλινγκ έγραψε κείμενα για την υποστήριξη των Βρετανών στον πόλεμο των Μπόερς και στην επόμενη επίσκεψή του στη Νότια Αφρική, στις αρχές του 1900, βοήθησε να ξεκινήσει μία εφημερίδα, The Friend (Ο Φίλος), για τα βρετανικά στρατεύματα που κατέλαβαν το Μπλουμφοντέιν, την πρωτεύουσα του Ελεύθερου Κράτους της Οράγγης.) 
Στο σχολείο δηλαδή μας μάθαιναν να θαυμάζουμε τους πνευματικούς εκπροσώπους της δυτικού επεκτατισμού.  Ότι είχα πάρει μαζί μου από το σχολείο σαν σημείο αναφοράς για την ποίηση, ότι έκανα μοντέλο στις πρώτες μου προσπάθειες να γράψω, πιστεύοντας ότι ακολουθώ τους «σωστούς δρόμους» ρίμα, ομοιοκαταληξία, φόρμα, περιεχόμενα με αναφορά στον πατριωτισμό και την αγάπη στην πατρίδα, η φωτισμένη Ευρώπη, οι μεγάλοι της Αναγέννησης, ονόματα σημαντικά του διαφωτισμού που σηματοδότησαν τη στροφή στην δημοκρατία, διακήρυξαν τα δικαιώματα των ανθρώπων, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, την ελευθερία της έκφρασης, για φαντάσου, σκουπίδια. Είχαν οι περισσότεροι άμεσα εισοδήματα από την εργασία των δούλων στις φυτείες, εισοδήματα και δούλους. Τι υποκρισία, τι χαμένος χρόνος, έλεγα. Εννοείται πως ο χρόνος δεν ήταν χαμένος ασχέτως του πως ένιωθα την κάθε στιγμή που η καινούργια γνώση ερχόταν σε αντιπαράθεση με την παλιά.

Τότε ήταν που αποφάσισα να ψάξω και να βρω την καθαρή ψυχή του γραφιά. Υπήρξαν, υπάρχουν τέτοιες; Και που έζησαν; Που ζουν; Τι άφησε το πέρασμά τους στον κόσμο; Κι έτσι έφτασα μέχρι τους Έλληνες του 20ου αιώνα.


Για Ρίτσο, Ελύτη, Λειβαδίτη, Κατσαρό, Σεφέρη, δεν είχα ακούσει παρά μόνο εδώ κι εκεί κάποια αναφορά στο ονομά τους από κάποιον καθηγητή και μετά σιωπή.
Ο Ναζίμ Χικμέτ και ο Μαγιακόφσκι ήταν ο πρώτοι από τους «άλλους», που με έβαλαν στη διάθεση της αναζήτησης, να βρω παρόμοιες γραφές και από δικούς μας ποιητές.  Εξακολουθούσα να τραγουδώ το «βρέχει στη φτωχογειτονιά» έχοντας αποκτήσει μια ιδέα  όχι μόνο για το στιχουργό αλλά και για τον άνθρωπο.  Αλλά εξακολουθούσα να μην έχω  πλησιάσει στ’ αλήθεια, πραγματικά, το έργο του Λειβαδίτη. Από φόβο; Από δειλία; Από συναίσθηση της ανεπάρκειας μου;
 Στ’ αλήθεια δεν ξέρω τι με έκανε να τον αποφεύγω τόσα χρόνια. Θεωρώ τύχη καλή το ότι διάβασα
« τα χειρόγραφα του φθινόπωρου» σε ηλικία 35 περίπου ετών και ολόκληρες τις άλλες του συλλογές μετά από αυτό. Ίσως γιατί μόνο από τότε και μετά ήμουν σε θέση να διακρίνω τις εποχές βάση του ύφους, να καταλάβω τις διαφορές, να παρατηρήσω τη δομή να συσχετίσω την ποίηση με τον στίχο και το περιεχόμενο και να τα διαχωρίσω, να ταξιδέψω, να ερωτευτώ τον έρωτα, να κλάψω, να παραδεχτώ, να καταλάβω. Και τα συναισθήματα αυτά, ποτέ δεν τα ένιωσα όλα μαζί διαβάζοντας το έργο ενός και μόνου ποιητή, με εξαίρεση τον Λειβαδίτη.   Αν και αρκετά χρόνια μετά  δείγματα εξαιρετικής γραφής βάση του πως την ορίζω εγώ μέσα μου, έδωσαν   σύγχρονοί νέοι ποιητές, (Γιώργος Πήττας, Ελένη Στασινού) λίγοι είναι η αλήθεια, αλλά πάντα λίγοι δεν ήταν;   Νέοι άνθρωποι, μερικοί παιδιά ακόμα (Ηλίας Μαυροσκούφης) που εμφανίζονται κι ανανεώνουν το χώρο της ποίησης και της στιχουργικής ευτυχώς.  Το συναίσθημα του «όλα στον ένα» όμως,εξακολουθεί να με διακατέχει για τον Λειβαδίτη. Τον ποιητή που δεν θα τολμούσα να προσεγγίσω αλλιώς, ως προς το έργο του, παρά μόνο με τον τρόπο που το κάνω. Ως παιδί δηλαδή που του έκρυψαν τα σημαντικά Ως ένα παιδί από αυτά στα οποία ποντάριζαν και ήλπιζαν οι οραματιστές και ονειροπόλοι ποιητές μας, για την πορεία της χώρας. Για την διατήρηση της βούλησης και της σκέψης, τη συνέχεια της διεκδίκησης και της πάλης για τα αυτονόητα,  την ομορφιά του αγώνα, τη συμβολή στην αλλαγή του κόσμου. Και να το έχουν κάνει αυτό με την πέννα τους αλλά και με τη ζωή τους. Αυτό είναι.
Ως τι θα τον προσέγγιζα δηλαδή; Ως κριτικός; Ως γνώστης; Ως ποιήτρια; Δεκάδες άλλοι, άξιοι και καταξιωμένοι το έχουν κάνει με αναλύσεις, μελέτες, συγκρίσεις, κριτικές. Δεν θα πάρει ούτε γραμμάριο παραπάνω γνώσης  κάποιος που ήδη τους έχει διαβάσει.
Ωστόσο εδώ, υπάρχει και ο στόχος του να έρθει η μουσικότητα του λόγου στην επιφάνεια. Όχι απαραίτητα του λόγου με τη φόρμα που χαρακτηρίζει τους στίχους ενός τραγουδιού αλλά κυρίως την χωρίς φόρμα μουσικότητα της λέξης και της φράσης. . Αυτή που ενώ δεν σου δίνει μέτρο και ρυθμό να πατήσεις, εξακολουθεί να πάλλεται μέσα σου ακόμη και μετά την ανάγνωση. Είναι ακριβώς τα λόγια που εισάγουν τη συμφωνία της σιωπής. Είναι το ποίημα που συνεχίζεται μέσα σου με τα χιλιάδες όργανα να ηχούν στο μυαλό σου, οι ήχοι των λέξεων που αποτέλεσαν αυτή τη συμφωνία, οι ήχοι των εννοιών. 
Ίσως ακόμα και γιατί μπορεί να υπάρχουν  άτομα σαν εμένα που φοβούνται, διστάζουν, νιώθουν πως κάτι λείπει από την όλη τους κατάρτιση για να μπορέσουν να εντρυφήσουν στην ποίηση του Λειβαδίτη. Δεν μπορεί να ήμουν η μόνη στη γη!. Εγώ στα 35 μου κατάλαβα ότι η ουσία μπορεί να κρύβεται σ’ ένα γκρεμισμένο όνειρο, ή σε ένα αντίτιμο για το δικαίωμα στο όνειρο, ή ακόμα, στους λόγους μιας αυτόαναίρεσης, και των πραγμάτων ο πόνος του Καρυωτάκη, δεν θα γινόταν ποτέ πόνος αν τα πράγματα δεν αποκτούσαν σχήμα, μορφή, πρόσωπο, «θέλω». Αυτά τα σχηματοποιημένα πράγματα από τον πόνο τους, αυτά που στη συνέχεια εξανεμίστηκαν, αυτά που ο Λειβαδίτης βρίσκει ακόμα στα όνειρα και τους εφιάλτες του, αυτά που θα υπήρχαν Αν,  αυτά είναι η ουσία της ποίησης του, της ποίησης. Θα  έλεγα, τολμάτε! Ακόμα κι αν αυτό δεν αποφέρει καμιά δικαίωση πλέον στους δημιουργούς, καμιά ικανοποίηση για την απήχηση του έργου τους, θα προσφέρει σε όποιον έχει πια υποψιαστεί την αιτία και το αποτέλεσμα. Σε όποιον επιδιώκει συνειδητά να καταλάβει νιώθοντας.


 Ένα ένα θα ξυπνήσουν τα κύτταρα του εγκεφάλου στους δαιδαλώδεις συνειρμούς που οδηγούν στην κοινή συναίσθηση. Πως δεν χρειάζεται τόση πολλή δουλειά να καταλάβεις, να εισπράξεις, όταν αποφασίσεις να αφήσεις τον λόγο να σε οδηγήσει. Να σε οδηγήσει, σαν ιχνηλάτης στους παράλληλους δρόμους της φαντασίας, της ψυχής και της σκέψης. Και στα θολά τοπία του μέλλοντος. Άλλος ξενύχτισε γι’ αυτά, άλλος πόνεσε, έκλαψε, άλλος τα εξέφρασε με πίστη, έμπνευση, γνώση και πάθος στο χαρτί, άλλος μάζεψε τα συντρίμμια από τις όχθες. Ο αναγνώστης το μόνο που έχει να κάνει είναι να αφεθεί στη δύναμη της γραφής. Με την καρδιά ανοιχτή  και το μυαλο, ο δρόμος για την ερμηνεία δεν μπορεί παρά να είναι αλάνθαστος. Αν αυτό που διαβάζεις δεν καταφέρει να σε βάλει μέσα του, άφησέ το. Μην προσπαθήσεις να τοποθετήσεις τον ποιητή στους καλούς ή στους κακούς. Δέξου πως τα μονοπάτια σου σε πήγαν σε άλλες περιοχές, και το πως και γιατί διαλέγει κανείς τα μονοπάτια του είναι μια  άλλη ιστορία.



Αυτός λοιπόν ο ιχνηλάτης του μέλλοντος που κάθεται σκιά στην είσοδο του μέλλοντος και παρατηρεί, φοβάται.

«Η γυναίκα καθόταν στον κήπο και γύρω της, σαν ανταύγεια έφεγγε η αιώνια προσμονή της – περίμενε, λέει, κάτι που άκουσε να της ψιθυρίζουν κάποτε μες στον ύπνο της. «Τί;» τη ρωτούσα σχεδόν φοβισμένος απ’ την τόση απεραντοσύνη».
(βιολέτες για μια εποχή - προσμονή-)

Είναι αυτός που διαπιστώνει.
Τον κατατρέχουν οι μνήμες από πρόσωπα και καταστάσεις όμως είναι σε θέση να γνωρίζει το μέλλον που συνδέεται με τις σκιές του παρελθόντος, και
«Κάποτε θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτή τη σκιά που μας ακολουθεί μες στην ομίχλη – αλλά μου είναι απαγορευμένο να πω το τέλος μιας ιστορίας που δεν άρχισε ποτέ».
(Βιολέτες για μια εποχή – Μικρή πραγματεία)


Που ομολογεί.

Ἐκμυστήρευση
Και μιὰ μέρα θέλω νὰ γράψουν στὸν τάφο μου: ἔζησε στὰ σύνορα
μιᾶς ἀκαθόριστης ἡλικίας καὶ πέθανε γιὰ πράγματα μακρινὰ ποὺ
……εἶδε κάποτε σ᾿ ἕνα ἀβέβαιο ὄνειρο.

(Βιολέτες για μια εποχή)

Που το ανθρώπινο δράμα σκιάζει τη χαρά του έρωτα.

Συμφωνία ἄρ. 1
Ὕστερα εἴδαμε πὼς δὲν ἤτανε πρόσωπα
μὰ οἱ σιωπηλὲς χειρονομίες τοῦ ἡλιοβασιλέματος…
σὰν ἕνας θεὸς ποὺ τὸν ξέχασαν κι ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ χρόνου
καλοῦσε βοήθεια.
Ὁ οὐρανὸς ἀμίλητος καὶ σταχτὺς
τὸ ἴδιο ἀδιάφορος καὶ γιὰ τοὺς νικητὲς καὶ γιὰ τοὺς νικημένους.
Εἶδες ποτέ σου μὲς στὰ μάτια τῶν νικημένων στρατιώτων
τὴν πικρὴ θέληση νὰ ζήσουν!
Ἡ δυστυχία σὲ κάνει πάντα νὰ ἀναβάλεις – ἔφυγε ἡ ζωή.
οἱ φίλοι εἶχαν χαθεῖ
κι οἱ ἐχθροὶ ἦταν μικρόψυχοι γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ τρέφεσαι ἀπ᾿ τὸ μῖσος σου…
…καὶ τὰ μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικὰ
ἀπὸ τοὺς παλιοὺς λησμονημένους θεοὺς καὶ τὶς παντοδύναμες
παιδικὲς εὐπιστίες…
Πάνω στὰ ὑγρὰ τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν τὸ γέλιο
τῶν ἀγέννητων παιδιῶν…
καὶ σμίγουν καὶ χωρίζουν οἱ ἄνθρωποι
καὶ δὲν παίρνει τίποτα ὁ ἕνας ἀπ᾿ τὸν ἄλλον.
Γιατί ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ πιὸ δύσκολος δρόμος νὰ γνωριστοῦν.
Γιατί οἱ ἄνθρωποι, σύντροφε, ζοῦν ἀπὸ τὴ στιγμὴ
ποῦ βρίσκουν μιὰ θέση
στὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.
Καὶ τότε κατάλαβες γιατί οἱ ἀπελπισμένοι
γίνονται οἱ πιὸ καλοὶ ἐπαναστάτες.
Καὶ μένουμε ἀνυπεράσπιστοι ξαφνικά, σὰν ἕνα νικητὴ
μπροστὰ στὸ θάνατο
ἢ ἕνα νικημένον ἀντίκρυ στὴν αἰωνιότητα…
Μεγάλες λέξεις δὲ λέγαν πιὰ τίποτα καὶ τὶς πετοῦσαν στοὺς
ὀχετούς.
Ά, ἐσὺ δὲν εἶδες ποτὲ τὸ ἴδιο τὸ χέρι σου νὰ σὲ σημαδεύει ἀλύπητα
ἀπ᾿ τὸ βάθος τῶν περασμένων.
…Θέ μου πόσο ἦταν ὄμορφη
σὰν ἕνα φωτισμένο δέντρο μιὰ παλιὰ νύχτα τῶν Χριστουγέννων…
Συχώρα μέ, ἀγάπη μου, ποὺ ζοῦσα πρὶν νὰ σὲ γνωρίσω.
Μισῶ τὰ μάτια μου ποὺ πιὰ δὲν καθρεφτίζουν τὸ χαμόγελό σου…
Ἡ πλατεῖα θὰ μείνει ἔρημη
σὰ μιὰ ζωὴ ποὺ ὅλα τάδωσε, κι ὅταν ζήτησε κι αὐτὴ
λίγη ἐπιείκεια
τῆς τὴν ἀρνήθηκαν.
Χωρὶς ὄνειρα νὰ μᾶς ξεγελάσουνε καὶ δίχως φίλους πιὰ
νὰ μᾶς προδώσουν…
Γιατί οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχουν ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ βρίσκουνε
μιὰ θέση
στὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.
Ή
ἕνα θάνατο
γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων…
[Ἀπόσπασματα]

Που ελπίζει, πιστεύει.
Ἀλλὰ τὰ βράδια
Καὶ νὰ ποὺ φτάσαμε ἐδῶ
Χωρὶς ἀποσκευὲς
Μὰ μ᾿ ἕνα τόσο ὡραῖο φεγγάρι
Καὶ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα ἕναν καλύτερο κόσμο
Φτωχὴ ἀνθρωπότητα, δὲν μπόρεσες
οὔτε ἕνα κεφαλαῖο νὰ γράψεις ἀκόμα
Σὰ σανίδα ἀπὸ θλιβερὸ ναυάγιο
ταξιδεύει ἡ γηραιά μας ἤπειρος
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Βέβαια ἀγάπησε
τὰ ἰδανικά της ἀνθρωπότητας,
ἀλλὰ τὰ πουλιὰ
πετοῦσαν πιὸ πέρα
Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,
ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Ὕστερα ἀνακάλυψαν τὴν πυξίδα
γιὰ νὰ πεθαίνουν κι ἀλλοῦ
καὶ τὴν ἀπληστία
γιὰ νὰ μένουν νεκροὶ γιὰ πάντα
Ἀλλὰ καθὼς βραδιάζει
ἕνα φλάουτο κάπου
ἢ ἕνα ἄστρο συνηγορεῖ
γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Καθὼς μένω στὸ δωμάτιό μου,
μοῦ ᾿ρχονται ἄξαφνα φαεινὲς ἰδέες
Φοράω τὸ σακάκι τοῦ πατέρα
κι ἔτσι εἴμαστε δύο,
κι ἂν κάποτε μ᾿ ἄκουσαν νὰ γαβγίζω
ἦταν γιὰ νὰ δώσω
ἕναν ἀέρα ἐξοχῆς στὸ δωμάτιο
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Κάποτε θὰ ἀποδίδουμε δικαιοσύνη
μ᾿ ἕνα ἄστρο ἢ μ᾿ ἕνα γιασεμὶ
σὰν ἕνα τραγοῦδι ποὺ καθὼς βρέχει
παίρνει τὸ μέρος τῶν φτωχῶν
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!
Δῶς μου τὸ χέρι σου..
Δῶς μου τὸ χέρι σου
(Νυχτερινός επισκέπτης 1972 ΚΕΔΡΟΣ)

Που πάσχει και συμπάσχει
Ἀλκοολισμὸς
……Κρατοῦσα μιὰ λάμπα καὶ κατέβαινα τὴ σκάλα, ἔπρεπε ν᾿ ἀνακαλύψω ποιὸς εἶμαι, τί εἶχα κάνει στὸ παρελθόν, καὶ τὸ σπίτι πῶς ἔστεκε ἀκόμα, ἀφοῦ ἐμεῖς εἴχαμε κάποτε γκρεμίσει ὅλους τοὺς τοίχους, γιὰ νὰ χωρέσουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔφευγαν,
……στὸ βάθος, σακάτηδες χωρὶς χέρια παῖζαν τὴν τύχη μου στὰ χαρτιά, ὁ Ἰησοῦς τῶν μεθυσμένων περνοῦσε τὸ βράδυ μὲς στὰ θαμπὰ φανάρια, κι ἔπαιρνα ἀπὸ πίσω τὸ φονιὰ σκουπίζοντας τὰ ἴχνη τοῦ πάνω στὸ χιόνι, γιατί τώρα ἤξερα,
……κι ἡ γυναῖκα, ὅταν πῆγα νὰ τὴν ἀγκαλιάσω, ἔκανε μιὰ μικρὴ κίνηση καὶ μπῆκε σὲ μιὰ δική της πόρτα, κλειστή, ἀφήνοντάς με ἔξω.
……Δῶσε μου, Κύριε, νὰ ᾿μαὶ νεκρὸς καὶ μεθυσμένος.
……Ἄσε μου μόνο τ᾿ ἄστρα, ποὺ ἦταν τὸ ἴδιο φιλικὰ ἀκόμα καὶ στοὺς δρόμους ποὺ πυροβολοῦσαν.
Τάσος Λειβαδίτης, Ἀλκοολισμός, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 19

Πάντα με τους ηττημένους νικητές, όπως ο ίδιος.
Ἐπίλογος (Φυσάει)
Ἦταν ἕνας νέος ὠχρός. Καθόταν στὸ πεζοδρόμιο.
Χειμῶνας, κρύωνε.
Τί περιμένεις; τοῦ λέω.
Τὸν ἄλλον αἰῶνα, μοῦ λέει.
Ποῦ νὰ πάω
Ὅσο γιὰ μένα, ἔμεινα πάντα ἕνας πλανόδιος πωλητὴς ἀλλοτινῶν πραγμάτων,
ἀλλά… ἀλλὰ ποιὸς σήμερα ν᾿ ἀγοράσει ὀμπρέλες ἀπὸ ἀρχαίους κατακλυσμούς.
Χρωματίζω πουλιὰ καὶ περιμένω νὰ κελαηδήσουν
Ἀλλὰ μιὰ μέρα δὲν ἄντεξα.
Ἐμένα μὲ γνωρίζετε, τοὺς λέω.
Ὄχι, μοῦ λένε.
Ἔτσι πῆρα τὴν ἐκδίκησή μου καὶ δὲ στερήθηκα ποτὲ τοὺς μακρινοὺς ἤχους.
Τραγουδάω, ὅπως τραγουδάει τὸ ποτάμι
Κι ὕστερα στὸ νοσοκομεῖο ποὺ μὲ πῆγαν βιαστικά…
Τί ἔχετε, μοῦ λένε.
Ἐγώ; Ἐγὼ τίποτα, τοὺς λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μᾶς μεταχειρίστηκαν,
μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο.
Τὸ βράδυ ἔχω βρεῖ ἕναν ὡραῖο τρόπο νὰ κοιμᾶμαι.
Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν ὅλους.
Ἄλλοτε πάλι θέλω νὰ σώσω τὴν ἀνθρωπότητα,
ἀλλὰ ἐκείνη ἀρνεῖται.
Ὅμως ἀπόψε, βιάζομαι ἀπόψε,
νὰ παραμερίσω ὅλη τὴ λησμονιὰ
καὶ στὴ θέση τῆς ν᾿ ἀκουμπήσω,
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη.
Κύριε, ἁμάρτησα ἐνώπιόν σου, ὀνειρεύτηκα πολὺ
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη. Ἔτσι ξέχασα νὰ ζήσω.
Μόνο καμιὰ φορᾷ μ᾿ ἕνα μυστικὸ ποὺ τὸ ᾿χὰ μάθει ἀπὸ παιδί,
ξαναγύριζα στὸν ἀληθινὸ κόσμο, ἀλλὰ ἐκεῖ κανεὶς δὲ μὲ γνώριζε.
Σὰν τοὺς θαυματοποιοὺς ποὺ ὅλη τὴ μέρα χάρισαν τ᾿ ὄνειρα στὰ παιδιὰ
καὶ τὸ βράδυ γυρίζουν στὶς σοφίτες τοὺς πιὸ φτωχοὶ κι ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους.
Ζήσαμε πάντοτε ἀλλοῦ.
Καὶ μόνο ὅταν κάποιος μᾶς ἀγαπήσει, ἐρχόμαστε γιὰ λίγο
κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον εἴμαστε κιόλας νεκροί.
Sos, sos, sos, sos
Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
τρέχουν οἱ δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.

Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.
Δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου φυσάει,
δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου

Που βλέπει
Ἀπαγορεύεται ἡ ἔξοδος
Νύχτα. Μονάχα τ᾿ ἄστρα. Καὶ πέρα τὸ βάθος τοῦ ὁλάνοιχτου ὁρίζοντα—
ἐκεῖ ποὺ πᾶνε οἱ ἄνθρωποι χωρὶς τὰ ὀνόματά τους.
(Ἀπαγορεύεται ἡ ἔξοδος, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἀνακάλυψη)

Θα ήθελα να μπορούσα να παραθέσω ολόκληρο το έργο του Λειβαδίτη. Αυτό όμως θα ξέφευγε από το στόχο του αφιερώματος. Προσέξατε πως ακούγεται ο ήχος του αέρα στην επανάληψη της λέξης «φυσάει»; Ακούγεται, γιατί κάθε φράση πριν απ’ αυτήν, σε έχει προετοιμάσει  να τον ακούσεις. Κι αυτή, η μουσικότητα της λέξης  στην ποίηση είναι πιο αισθητή από ότι σε οποιοδήποτε άλλο είδος γραπτού λόγου. Στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, αποτελεί τη μουσική της ίδιας της ζωής με όλα της τα περιέχομενα σε άμεση αλληλεξάρτηση με τα  περιεχόμενα του ανθρώπου. Και ως προς το τί είναι "άνθρωπος",  για τον ίδιο, ακούστε το μέσω του link στο τέλος του αφιερώματος.



Κλείνω το αφιέρωμα αυτό με τα ίδια τα λόγια του ποιητή.


«Όμως, εδώ τέλειωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ’ αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν. Έτσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια        μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική…»
(Τάσος Λειβαδίτης, βιολέτες για μια εποχή)

Ήσουν όμως εσύ πραγματικός  Ο ερωτικός, ο πολιτικός, ο ποιητής της φτωχολογιάς απανταχού και των ονείρων της, και είτε στο απώγειο της μαχητικότητάς του, είτε στη συντριβή του, ο πάνω απ' όλα Άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι Άνθρωπος.
https://youtu.be/qpB8aeSAGOg











Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

παρένθετο

Αγαπημένοι αναγώστες, δεν είμαι καμιά εξπερ στα τεχνικά το αντίθετο μάλιστα και για τον λόγο αυτό σας ζητώ να κάνετε υπομονή μέχρι να κατασταλάξω στην τελική μορφή του blog. Ακόμα ψάχνομαι για τον περιορισμό των διαφημίσεων και την καταχώρηση στις μηχανές αναζήτησης. Εννοείται πως η δουλειά με τα αφιερώματα συνεχίζεται, σύντομα θα δημοσιευτεί το β' μέρος από το αφιέρωμα στον Βαγγέλη Ραπτόπουλο.
Ευχαριστώ για την κατανόηση, ελπίζω να μη σας χάσω λόγω της σχετικής ασχετοσύνης μου.

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Για το βιβλίο "Λεσβία" Του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Έγινε σήμερα η παρουσίαση του βιβλίου του, στην οδό Ακαδημίας μέσα σε μια αίθουσα κατάμεστη από ανθρώπους. Την παρουσίαση έκανε μαζί με τον συγγραφέα ο Σταμάτης Κραουνάκης. Τελεία. Κάθε άλλη πληροφορία υπάρχει ήδη στο ίντερνετ, μπορείτε να μάθετε περισσότερα για το βιβλίο, χτυπώντας απλά στο google Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λεσβία. Μπορείτε επίσης να μπείτε κι εδώ:

 http://www.iefimerida.gr/news/262917/lesvia-neo-mythistorima-toy-vaggeli-raptopoyloy


Βαγγέλης Ραπτόπουλος/ Μία εποχή, μια γλώσσα....

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η αναζήτηση της πατρίδας, στη γλώσσα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου. 


«Η γλώσσα είναι η πατρίδα»

Μπορούμε να πάρουμε αυτή τη φράση του Βαγγέλη Ραπτόπουλου με την οποία ξεκινά το βιβλίο του Μοιρολα3 (έτος έκδοσης 2014). Μπορούμε να κάνουμε την αναδρομή οι παλιότεροι στις τελευταίες δεκαετίες, συμπεριλαμβανομένης και της εφταετίας της Χούντας, την πρώτη δεκαετία της μεταπολίτευσης, τη δεύτερη, την Τρίτη κλπ, μέχρι τις μέρες μας. Δηλώνει «πατρίδα» η γλώσσα των Ελλήνων τα τελευταία σαράντα χρόνια; Εκεί που οι εφημερίδες έπαιζαν τον δικό τους ρόλο στην δημιουργία και καθιέρωση νέων λέξεων, η τηλεόραση στη δημιουργία άχαρων και ανορθόγραφων τσιτάτων, «Ποτέ μέχρι σήμερα δεν έμαθαν οι τελεπερσόνες τον πληθυντικό των δικατάληκτων ονομάτων»  και το ίντερνετ στο συνονθύλευμα: εικονίδια, σημειολογία, αριθμολεξία, και συνθετικά με αγγλική ρίζα, μπορεί η γλώσσα να εξακολουθεί να είναι η πατρίδα; Κι αν ναι, για ποια εικόνα πατρίδας μιλάμε πλέον;
Αυτά είναι τα πρώτα ερωτήματα που μου καρφώθηκαν στη σκέψη καθώς διάβαζα τη συνέντευξη του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στην Κρυσταλλία Πατούλη, τον Οκτώβριο του 2014.
Βεβαίως καταλαβαίνω γιατί πιστεύει αυτό, πως γλώσσα δηλαδή είναι η πατρίδα,  καταλαβαίνω όμως ακόμα πως μεγάλη ευθύνη για τη γλωσσική μετάλλαξη κι όχι μόνο,  φέρουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης ενώ το ίντερνετ, ακολουθώντας τις δυο ανάγκες, όπου η μία είναι η οικονομία του χρόνου και η άλλη η παγκοσμιότητα της επικοινωνίας, ακολουθεί κάποιους άλλους κανόνες. 

Όμως όσο ενδιαφέρον κι αν παρουσιάζει ιστορικά, κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά το θέμα αυτό, δεν γίνεται να ασχοληθώ μαζί του άμεσα, γιατί και το σημερινό θέμα μου δεν μπορεί να παρεκκλίνει πολύ, από το λόγο της ύπαρξης αυτού του blog.  Ο ρυθμός του λόγου, η μουσικότητα του γλώσσας, και τα έργα των  δημιουργών που ανταποκρίνονται σε αυτό το ζητούμενο για να τους αφιερώσω μία ανάρτηση.
Πρέπει να ομολογήσω πάντως πως οι σκέψεις στις οποίες με έριξε από την αρχή η φράση αυτή του Β. Ραπτόπουλου, θα εξακολουθήσουν να με βασανίζουν ακόμα και μετά το τέλος αυτού του αφιερώματος.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Ενδιάμεσο, Charls Bukowskι οι μολότοφ της γλώσσας.

Μια λέξη από μόνη της, μπορεί να μην προκαλεί το ρυθμό μέσα μας ή τη μουσική που ασυναίσθητα περνάει από την όραση στη σκέψη μας κι από εκεί στ' αυτιά μας.  Μια επαναλαμβανόμενη λέξη όμως, μπορεί να το κάνει. Το ίδιο και μια πρόταση. Ή μια παύση. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι λοιπόν η επιλογή λέξεων ποιητικών, τραγουδιστικών, ονειρικών, που μας παραπαπέμπτουν στα λυρικά κείμενα, αλλά η ύπαρξη η μη της μουσικότητας που διέπει το όλο κείμενο.

Διαβάζοντας χθες βράδυ τον Τσαρλς Μπουκόφκι, χαμογελούσα στη σκέψη ότι κάποιος θα απορούσε πως είναι δυνατόν να τον επιλέξω, μέσα από μια σειρά γραπτά του του πεζού λόγου, διηγήματα, (αφήνω την ποίηση του απέξω) με τέτοιο χύμα τρόπο που γράφει, με τόση αθυροστομία και τόση αδιαφορία για την επιλογή εύηχων λέξεων, που ειδικά οι άνθρωποι της γενιάς του, είχαν την μανία να ψάχνουν.

 Η πρόκληση εδώ είναι φανερή και η απάντηση πολύ απλή. Σε ότι αφορά τις προτιμήσεις μου, αν δεν υπήρχε μουσικότητα, ηχητική αρμονία αν θες, στα κείμενα του Μπουκόφσκι, δεν υπήρχε περίπτωση να τον αγαπήσω. Το γεγονός ότι οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι σαν μικρές μολότοφ που σκάνε πάνω στον ψεύτικο κόσμο του καθωσπρεπισμού, δεν τις κάνει λιγότερο μουσικές, θα βρούμε μάλιστα στο κείμενο που ακολουθεί έναν καταπληκτικό μουσικό θέμα με αρχή, μέση, παύσεις, σόλο μουσικά όργανα και επαναφορά. Ένα κανονικό κρεσέντο στην κλιμακούμενη παράνοια και την περιφρόνηση του ήρωα.
Σε ένα επόμενο ποστ μου, θα σας αναφέρω παραδείγματα συγγραφέων που δεν κατάφεραν να με κερδίσουν παρά τα λαμπρά ονοματά τους και την διεθνή τους αναγνώριση.

Επειδή μελετώ το έργο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου αυτές τις μέρες. Έχω 4-5 βιβλία ακόμα να τελειώσω κι ένα κείμενο κατόπιν που θα προσπαθήσει να παρακολουθήσει τη δουλειά του μέσα στο χρόνο, και την εξαρχής ευχέρειά του στους οξείς, Ντραμ και πιατίνια ήχους της γραφής του, σας παραθέτω ένα κείμενο του Μπουκόφσκ, ως ενδιάμεσο, για να το δείτε από τη ρυθμική-μουσική του πλευρά, ή τουλάχιστον να προσπαθήσετε.
Λεω "προσπαθήσετε" γιατί ίσως χρειαστεί παραπάνω από μία ανάγνωση, για να μπει κανείς μέσα στο χορό της λέξης του, επειδή πρόκειται συχνά πυκνά και για μια γλώσσα σκληρή, απαλλαγμένη από σεμνότυφα σύνδρομα, ωμή, "αντιλογοτεχνική" αλλά με έναν Μπουκοφσκικικό τρόπο, μαγική.

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

11 poets in one poem / έντεκα ποιητές ένα ποίημα

Μία παράτολμη απόπειρα να τους βάλω να συναντηθούν μέσα σε ένα ποίημα. Επειδή οι λέξεις τους τραγουδάνε, κι επειδή η φαντασία δεν έχει όρια.

Με σένα μαζί

Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα μ’ ακούς;
Ήτανε  νύχτα που με φίλησες στο στόμα,
 τώρα το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Όμως
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε.
αφησέ με,
μονάχα για την διαλεχτήν αγάπη σου,
άφησέ με να’ρθω μαζί σου.                               
Το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου
Όνειρα που κέντησαν στον ύπνο τους οι αράχνες
μα το πρωί
μέσα απ΄ τη λάμψη της ανταύγειας
ο κόσμος όμορφος θα ξαναγίνει
 από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.
  Πώς πέρασεν η ώρα,
και απέμεινα  εδώ  θεατής,
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα.

Και ξημερώνει
με μένα να επιστρέφω κρυφά
Ένοχος
και με βασανίζει ανελέητα η απόγνωση
μόνος μου πάλι, τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά...
ένοχος στην απόγνωση
να έχω κάτι ολότελα δικό μου
.
Τώρα σιωπή, ετοιμάζονται να φύγουν οι εργάτες.
Να μη με δούν ξενύχτη στο κατώφλι
με τόσο θράσος να σε κουβαλώ
στα μάτια
και ακούσω τα πουλιά να τιτιβίζουν
"μην του μιλάτε είναι άνεργος"
να κρυφτώ
πριν εκπυρσοκροτήσει ξανά το πρωινό
και με διαλύσει

με σένα μαζί.


Το παραπάνω είναι συρραφή στίχων αγαπημένων ποιητών.  Με τη σειρά που είναι γραμμένοι, Κ.Καρυωτάκης, Ο, Ελύτης, Κ.Δημουλά, Κ,Καβάφης, Γ.Ρίτσος, Μ.Πολυδούρη, Τ.Λειβαδίτης, Ο.Ελύτης, Μ.Αναγνωστάκης, Κ.Βάρναλης, Τ.Λειβαδίτης, Ν.Χριστιανόπουλος, Γ. Πήττας.


https://www.youtube.com/watch?v=ivmkHc1CbtE&nohtml5=False

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Προς τους δημιουργούς

Παρακαλώ τους δημιουργούς στους οποίους ήδη έχει γίνει αφιέρωμα, καθώς και εκείνους που θα ακολουθήσουν, να μου στέλνουν τα link των ιστοσελίδων τους, επειδή πολύ σύντομα πρόκειται παραπλεύρως της κεντρικής σελίδας να τα αναρτήσω, και κάτω από το κείμενο για τον καθένα, για να σας βρίσκει εύκολα ο επισκέπτης. Εννοείται όσοι από σας διαθέτετε κάποια ιστοσελίδα οπουδήποτε στο ίντερνετ. Για τα λινκ σας που έχω από μόνη μου βρει και μεταφέρει εδώ, αν έχετε αντίρρηση να μου το πείτε ή να μου στείλετε άλλο, που δεν γνωρίζω.

Γιώργος Πήττας/ Ένας "Δύων" που δεν έπαψε να ανατέλλει.

Στον κόσμο του internet  μπήκα μια εποχή που αν ήθελες να γράψεις ελληνικά, έπρεπε να χρησιμοποιήσεις τα greeklish.  Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν περιορισμένα, υπήρχε το chat μέσω του icq και μετά μέσω του in.gr με ένα script που το λέγανε  mirc, δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα, μάλλον όχι. Αυτήν ακριβώς την εποχή της μετάβασης των πληκτρολογιακών επιλογών, που έσκασαν οι ελληνικοί χαρακτήρες στα άμεσα μηνύματα, ήταν και η απαρχή της άνθισης της λογοτεχνίας στο ίντερνετ. Υπήρχαν ελάχιστα ελληνικά site που ασχολούνταν με τη λογοτεχνία και πολλή δίψα από τους δημιουργούς να επικοινωνήσουν το έργο τους με το αναγνωστικό κοινό του ίντερνετ. 

Η ανάγκη για πρόταση

  Τότε, μέσα σε εκείνο το διαδικτυακό χώρο όπου υπήρχαν κάθε λογής rooms όπου συναντιόντουσαν οι χρήστες από κάθε μέρος του κόσμου μέσω αυτών, είχα μια πρωτόγνωρη στ’ αλήθεια αίσθηση παγκοσμιότητας σε ότι αφορά τη άμεση αντίδραση στο λόγο παντοχόθεν. Ήταν απίθανο, ήταν εκπληκτικό, ήταν εκστατικό, ήταν too much για τις αντοχές της όρασης και του μυαλού, έπρεπε να μπει μια τάξη σε όλο αυτό το χάος. Έπρεπε να δημιουργηθούν  απάγκια μιας ήρεμης και αποδοτικής συναναστροφής, έπρεπε να πέσει η πρόταση.
Για την Ελλάδα, η πρόταση αυτή έπεσε από κάποιον Πανσέληνο, με ένα room που δημιούργησε ο ίδιος, το poets_only και  τον εξαρχής θεματικό περιορισμό του, στην ποίηση. Έτσι αναπόφευκτα το δωμάτιο του Πανσέληνου γέμισε από λάτρεις της ποίησης και του λόγου γενικότερα, που έμπαιναν για να διαβάσουν τα ποιήματα των άλλων, να γράψουν τα δικά τους, να συνομιλήσουν, να ανταλλάξουν απόψεις για βιβλία και τέχνη, να αστειευτούν, να πειραματιστούν ομαδικά. Αλήθεια πόσο με είχαν ενθουσιάσει εκείνες οι ασκήσεις αυτοματικής γραφής, όπου ξεκίναγε ο ένας έναν στίχο και τον συνέχιζε ο άλλος,  πόσο όμορφα και δημιουργικά χειριζόταν  το χώρο ο Πανσέληνος, με πόση δημοκρατία και σεβασμό στις απόψεις ακόμα και των πιο ακραίων περιπτώσεων.
Γνωρίστηκα με αξιόλογους ανθρώπους  μέσα στο poets_only του Πανσέληνου. Την Ελένη Κονιδάρη, τον Λουκά Αθανασίου, δημιουργούς του λογοτεχνικού site Istros,  τον Πάνο Νιάβη, το Βαγγέλη Δαρδαντάκη, τον Βασίλη Σωτηρόπουλο, Τον Γιάννη Κωνσταντινίδη, και πολλούς άλλους που για λόγους οικονομίας δεν γίνεται να αναφέρω, όχι λιγότερο σημαντικούς όμως.

Ποιος ήταν ο Πανσέληνος;

Για τον Πανσέληνο δεν ήξερα τίποτα.  Σπάνια έβλεπα κάποιο δικό του ποίημα δημοσιευμένο, αλλά συχνά πυκνά έβλεπα τις αναφορές στο βιβλίο του από τους θαμώνες του χώρου,  τα θαυμαστικά,  τις ερωτήσεις, κάποιοι παράθεταν και αποσπάσματα, από το βιβλίο αυτό, το «Δύων ανατέλλων και η Πανσέληνος βροχή» , εγώ αγρόν ηγόραζα, δεν ήξερα γιατί μιλάνε.  Όσπου μια μέρα δεν άντεξα και τον ρώτησα. Ρε φίλε έχεις γράψει βιβλίο; Τι λένε αυτοί εδώ;

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

make a proposal ή αλλιώς, πρόταση για τους αναγνώστες μου

Σκέφτηκα να σας βάλω στο παιχνίδι.  Όλοι θα έχετε στο νου σας κάποιον αγαπημένο καλλιτέχνη που θαυμάζετε για τον μουσικό λόγο του ανεξαρτήτως είδους γραφής.  Προτείνετε εδώ τον καλλιτέχνη σας, δώστε μας την ευκαιρία να γνωρίσουμε τους λόγους που σας συνεπαίρνει, ακόμα και χωρίς να τους εξηγήσετε, θα το ψάξουμε, θα ακούσουμε, θα καταλάβουμε. Στο τέλος κάθε εβδομάδας θα γίνεται μια ανάρτηση αφιέρωμα στον δικό σας καλλιτέχνη, μετά από την έρευνα και το κείμενο που θα έχει συνταχτεί, εφόσον εννοείται πως ακολουθείται η μόνη προϋπόθεση για να γίνει αυτό, είναι διακριτή δηλαδή η μουσικότητα του λόγου του καλλιτέχνη σας.

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

to the reader out of Greece

dear reader
i know that is difficult to understand the greek texts even if you use the google translation. That can be good sometimes, for easy texts, but it is certainly not good for poetry.
I hope that in the near future I will be able to give you these documents translated by me in English and I hope still that they will not kill you. In Greek we have another expretion close to Kill. "I screwed up."

Eleni Stasinou / ΤΟ "ΚΑΙ" ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

Συνεχίζω τα αφιερώματα στους δημιουργούς, παραβλέποντας την σωρεία των τεχνικών προβλημάτων, που θα πάει, θα μάθω και πως βγαίνουν από τη μέση αθέλητα διαφημιστικά που συνοδεύουν τις μουσικές μου επιλογές.


Το ονομά της, Ελένη Στασινού

http://elenistasinoy.blogspot.gr

https://www.facebook.com/elenistasinou







Τη γνώρισα ως blogger κάπου στο 2006. Είχε δημιουργήσει ένα όμορφο ποιητικό blog που το έκανε ακόμα ομορφότερο το περιεχομενό του. Παρ' όλα αυτά στα χέρια μου έχει πέσει μόνο μία ποιητική της συλλογή ενώ ξέρω πως πριν αρχίσει να γράφει μυθιστορήματα είχε εκδώσει μερικές.

Το μυθιστόρημα την έχει απορροφήσει τα τελευταία χρόνια δεν θα έλεγα άδικα, αφού μας έχει δώσει μια σειρά από σημαντικότατα έργα, τι να πρωτοθυμηθώ. Τη γυναίνα Των Δελφών; Το χορό των Κρυστάλλων, τους Πυρογιέρηδες του Έρωτα, ή λίγο παλιότερα τον Στέφανο του Ελαιώνα, την Αγία Πόρνη, και  πολλά ακόμα, το ένα καλύτερο από το άλλο, βιβλία καθηλωτικά, μυθιστορήματα γεμάτα ποίηση και μουσική.

Σε μια από τις τελευταίες συναντήσεις μας, τη ρώτησα γιατί δεν βγάζει επιτέλους μια ποιητική συλλογή αφού για μένα το ποιητικό της έργο είναι εξίσου σημαντικό. Μου έδωσε την αναμενόμενη απάντηση, πως η ποίηση, παρόλο που την λατρεύει, δεν είναι το προτιμόμενο είδος στις μέρες μας.
Μερικά αποσπάσματα από την παλιά ποιητική της συλλογή που κατέχω, (έκδοση 1999, τίτλος "Πιο πέρα..." εκδόσεις ERGO)

"Και δεν βρίσκω ανάπαυση
στων ριμών τις αγάπες
μηδέ στη μαγεία του νερού
σαν ξέρω
πως όλα κρύβουν
και γω, θέλω τα κρυφά.
Αρκετό το κενό των απτών..."


ΝΙΩΣΕ ΜΕ

Νιώσε με σαν λυπηρή
 παραδοχή
μακροχρόνιας χρήσης
της ύλης σου
Νιώσε με σα στηριχτή
κενών ωρών
κι αποτροπέα του Πρώτου
του Κρίματος
Νιώσε με σαν φίλιωση
με το προγονικό
τ' αλάθητο ένστικτο
που ζήταγε Θεούς.
Νιώσε με σα ρίγος
και πύρωμα
και αισθήσεις αναίτιες
και αιτιατές
Νιώσε με σαν φιλόξενο
οικοδόμημα
π' αποπνέει τη ζωή
αυτών που δέχτηκε.
Νιώσε με σαν κρύπτη
που ιερές
σελίδες πολλές ανερμήνευτες
αναμένουν από μένα
να ερμηνευτούν.
Γιατί "εγώ ειμί
το κλειδί των συμβόλων".

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Διευκρινιστικά

Στο πάνω μέρος της σελίδας εμφανίζεται η μπάρα με τη μουσική που τρέχει. Μεκινώντας την δεξιά  ή αριστερά με τον κέρσορα, όπως σε ένα sidi player, βρίσκετε το τραγούδι που σχετίζεται με το κείμενο που διαβάζετε. Εγώ κάθε φορά θα αναρτώ στο ποστ αυτό τον τίτλο, με το αφιέρωμα προς τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη, όταν βεβαίως μιλάμε για τραγουδοποιό. Γιατί θα υπάρξουν και αφιερώματα για δημιουργούς του μουσικού λόγου, που δεν θα συνοδεύονται από τραγούδι. Αυτό δεν σας εμποδίζει να διαβάζετε μετά μουσικής αν θέλετε, επιλέγοντας ένα οποιοδήποτε κομμάτι μέσω της μπάρας, ή να πατήσετε την παύση και να διαβάσετε με ησυχία.  Επίσης αν πατήσετε δεξιά από τη μπάρα το σηματάκι, θα κρυφτεί η λίστα με τα τραγούδια δεξιά και θα επανέλθει η οθόνη ολόκληρη. Οι πληροφορίες αυτές δεν απευθύνονται στους γνώστες του θέματος, αλλά σε πειραματιζόμενους λίγο αρχάριους, λίγο σχετικούς σαν εμένα.

Ηλίας Μαυροσκούφης, ένας ανήσυχος πρίγκιπας

Η γνωριμία.

Γνωρίζουν το ρυθμό από έμβρυα, ζουν μαζί του σε όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας τους και μετά τον χάνουν. Μέσα στους οξείς ήχους  της άγριας ζωής και στην προσπάθεια τους να δέσουν πάνω σε αυτή τη γη, παρατούν το αστέρι τους,  τον ουρανό τους, τον φανταστικό φίλο τους, το μαγικό τους ραβδί.  Καταλαβαίνουν πως πρέπει να εγκαταλείψουν τον ονειρικό τους κόσμο και να προσγειωθούν άτσαλα συχνά, στον άχαρο κόσμο των ενηλίκων.  Πείθονται στην απάτη της σοβαρότητας, της ωριμότητας, της ευθύνης, του χρέους, ακολουθούν τους ολοκληρωτισμούς της ενηλικίωσης, μαθαίνουν τις κοινωνικές επιταγές και  ανασκαλεύουν όρους όπως κοινωνική αποδοχή, κοινωνική  συμπεριφορά, κοινωνική αίγλη, καταξίωση.  sosial mpourdes για μένα. Όλα αυτά, σε ένα δρόμο μακριά από την αρμονία του ήχου, μακριά από τον ρυθμό, και από το μαγικό φίλτρο που κάνει τη ζωή ενδιαφέρουσα, ομορφότερη, ερωτική, ασυμβίβαστη, ανθρώπινη.
Υπήρξε και μια παρέα από τέσσερα πολύ πεισματάρικα παιδιά, που ήθελαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους στο μαγικό τους κόσμο, διατηρώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που με τόσο μένος εξουδετερώνει η κοινωνία στους ονειροπόλους. Και το έκαναν αυτό με μόνο τους εφόδιο την κοινή τους αγάπη για τη μουσική.  Όταν η αγάπη για τη μουσική γεννιέται μέσα στο ίδιο άτομο που γεννιέται και η αγάπη για τη λέξη, τότε το αποτέλεσμα είναι …καλλιτέχνης.
Ο μικρός μου πρίγκιπας ήταν ήδη ένας καλλιτέχνης όταν τον γνώρισα.  Μου είχε πει ότι είναι 16 χρονών για να τον πάρω μάλλον πιο σοβαρά, ήταν δεκαπέντε.  Μιλούσα στο ίντερνετ με ένα μαγικό ον, και δεν μπορούσα να καταλάβω αν είναι ένας πραγματικά σοφός άνθρωπος  ή ένας τρελός, αν με δουλεύει ή αν στ’ αλήθεια έπεσα  στην περίπτωση ενός γκρεμισμένου καβαλάρη του ονείρου.  Και ήταν αυτό το τελευταίο. Μου το ομολόγησε και μέσα στους πρώτους στίχους που η αγνή του ψυχή μου εμπιστεύτηκε, από την αρχή της συνομιλίας μας.



"…………………
Εσύ άγνωστε ποιητή γεμάτος όνειρα σωθικά
Τι κοιτάς στον ουρανό; 
Είναι στιγμές που το κεφάλι σου πάει να σπάσει
Ανησυχίες, φόβοι, διαμαρτυρίες σιωπής
Αιματοβαμμένα κορμιά στο μυαλό σου,
Ο θάνατος.

Εσύ άγνωστε ποιητή τι κοιτάς το πονεμένο χώμα
Γεμάτος λήθη και μοναξιά;
Ξαναγυρίζεις στο σπίτι κουρασμένος
Ψάχνεις μολύβι, χαρτί, τι γράφεις;
Ποιος θα διαβάσει , θα νιώσει, θ’ αγγίξει;

Εικόνες θερμές με γυναίκες και φίλους
Με της μητέρας την καλημέρα ξυπνάς
Και ο πατέρας σε χαιρετά. …
Η απόσταση.
Εσύ άγνωστε ποιητή τι με κοιτάς
Γεμάτος οινόπνευμα, μ’ ένα πιστόλι στην καρδιά;
Μου συστήνεσαι, σε ξέρω;
Σου λέω σταμάτα
Η απόγνωση».
Εσύ άγνωστε ποιητή τι γυρεύεις στον ουρανό;"

Γραμμένο κάπου το 2000 από τον ίδιο.

Η δικαίωση. 

Και μέσα στη δίνη της ζωής ο μικρός μου πρίγκιπας συνέχισε να στροβιλίζεται. Άρπαξε πάλι τα γκέμια και σκαρφάλωσε, κάνοντας το παράτολμο surfing στα κύματα της ζωής και της εκκολαπτόμενης τέχνης του, μέχρι  που αυτή η τελευταία το πήρε απόφαση, πως ο Ηλίας, ο μικρός μου πρίγκιπας,  δεν θα τη βλάψει σκαρφαλωμένος στη ράχη της. Θα την τιμήσει, σαν ερωμένη και  θεά,  και κάποτε θα την ανταμείψει για την μακρόχρονη υπομονή της, ακουμπώντας στα πόδια της το πρώτο βραβείο κοινού μουσικής και στίχου, όχι σαν εγγύηση για την αδιαμφισβήτητη συνεχειά του, αλλά σαν πλήρωση μυστικής υπόσχεσης προς αυτήν, που με εμπιστοσύνη και πίστη τον γαλούχησε και τον ωρίμασε γόνιμα
.

Και μια συγκινητική στιγμή


Μουσική - στίχοι - ερμηνεία : Ηλίας Μαυροσκούφης

"Δεν ξέρω πως να στο εξηγήσω
μυαλό που χάνεται και μένει πίσω ,
δεν βρίσκει ο χρόνος γιατρειά και άρρωστοι γυρνάμε ,
ποτήρια που 'ναι αδειανά για στόματα διψάνε.

Βάζω φωτιά στου κόσμου τα βιβλία ,
σφαγές και θάνατο μυρίζει η ιστορία ,
Θεοί και δαίμονες στα πόδια σας λυγάνε ,
δώστε τους λίγο προσοχή κι αμέσως θα σας φάνε.

Δεν ξέρω πως θα το καταλάβεις ,
στα πόδια στέκομαι ξανά , που είσαι , θα ΄ρθεις ,
οι γαλαξίες που γυρνούν και συντροφιά ζητάνε ,
χωρίς να ξέρουν το γιατί συνέχεια προχωράνε.

Βάζω φωτιά στα όρια τα γραμμένα ,
όσα νομίζεις γνώριμα τα ίδια είναι και ξένα ,
Είσαι μικρός και δεν μπορείς τον κόσμο να τελειώσεις ,
γέμισε τα ποτήρια μας κι άσε τις εξισώσεις..."

Αυτός ήταν ο μικρός μου πρίγκιπας.  Τώρα είναι ένας πρίγκιπας στη σκέψη και στις καρδιές πολλών ανθρώπων. κι εγώ, 
"Θα έρθω ένα βράδυ εκεί που τραγουδάτε
Τα φτερουγισματά σας από τη γη θ’ αφουγκραστώ
Να σας χαζεύω καθώς με πείσμα θα  τραβάτε
Την φωτεινή σας άμαξα, στον σκοτεινό  ουρανό".

Το στοίχημα

Το στοίχημα παραμένει ακόμα η αντοχή, σε αυτό τον δύσβατο δρόμο της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας,  αλλά η αντοχή είναι ένα θέμα που ακουμπά στην ανάγκη της έκφρασης, να υπάρχει κανείς κάνοντας, δημιουργώντας, γιατί έτσι έμαθε να δίνει νόημα στη ζωή του. Το στοίχημα εδώ είναι ήδη κερδισμένο. 




Καλή συνέχεια λοιπόν, Ηλία Μαυροσκούφη. 

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Dance me to the end of love και η δύναμη της λέξης

Ο Leonard Choen είναι από τους αγαπημένους μου τραγουδοποιούς, όχι μόνο για τις απολύτως αισθαντικές μελωδίες του, αλλά και κυρίως για την ποίησή του. Με κάνει να αισθάνομαι ότι πριν ακόμα μπει κάποιος εδώ μέσα να διαβάσει, έχω ήδη τον ακροατή που του αποθέτω τις σκέψεις μου.

Αυτή η παρέα εδώ προς το παρόν έχει μόνο εραστές του λόγου. Το πρόσθετο χάρισμα του ενός και πλέον διάσημου, αυτό της μουσικής επένδυσης δεν το έχω εγώ, και η παρέα, είναι λιγάκι κουτσή, εφόσον μόνο η υποφαινόμενη γνωρίζει την ύπαρξη του άλλου, αλλά δεν εμποδίζει και αντιθέτως βοηθάει στην έμπνευση.
Όταν ο τραγουδοποιός απευθύνεται στο δεύτερο πρόσωπο, you, χτυπάει την πόρτα του έρωτα σε όλα τα σπίτια, όλα τα κρυφά λημέρια που είναι χτισμένα μέσα μας, όλες τις ασφαλισμένες σιδερόπορτες μπροστά τους.
Είναι από τους λίγους θαρρώ που γνωρίσαμε στις μέρες μας που το έχει καταφέρει αυτό, επειδή στα χέρια του, η δύναμη της λέξης συναπαντιέται με τη δύναμη της μελωδίας κι αυτό δεν μπορεί να αφήσει αχτύπητες τις χορδές της καρδιάς μας, δεν μπορεί να μην υποκλιθεί κανείς στο χάρισμα αυτού του ανθρώπου να συσχετίζει μεταξύ τους και τους πιο άσχετους, μόνο με το άκουσμα της μουσικής και του στίχου του.

Έτσι λοιπόν ξεκινώ και καλή μας αρχή το blog αυτό, που θα έχει σαν κύριο θέμα τα όμορφα δημιουργήματα της καρδιάς και της σκέψης, είτε αφορούν τη μουσική είτε τον γραπτό λόγο.
Ένα blog που δεν θα συμπεριλαμβάνει μόνο τα δικά μου κείμενα, αλλά κάθε κείμενο από κάθε δημιουργό που έπεσε στην αντιληψή μου και αξίζει κάποια μνεία, κάθε προσπάθεια να κρατηθεί το πνεύμα μας ζωντανό και η επιθυμία και η θελησή μας για έναν φωτεινότερο κόσμο, το ίδιο.

Καλή ανάγνωση λοιπόν αγαπημένοι και προς το παρόν ανύπαρκτοι αναγνώστες μου, readers and auditors που θα έλεγε κι ο αγαπημένος καλλιτέχνης, και είθε ετούτος εδώ ο χώρος να είναι η απαρχή μιας εμπνευσμένης περιόδου που θα αποδώσει καρπούς.