Πριν περάσω στο θέμα μου, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η προσέγγισή μου στον Γιάννη Σκαρίμπα δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει μια εις βάθος φιλολογική μελέτη του πολυσχιδούς έργου του. Ένα τέτοιο εγχείρημα έχει απασχολήσει σημαντικούς μελετητές, όπως η Κατερίνα Κωστίου, ο Συμεών Γρ. Σταμπουλού, ο Μάριο Βίττι, η Χριστίνα Ντουνιά και νεότεροι ερευνητές, που έχουν φωτίσει διαφορετικές πτυχές της γραφής και της ιδιοτυπίας του.
Το δικό μου αφιέρωμα είναι δειγματοληπτικό. Επέλεξα να προσεγγίσω ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δημιουργίας του, το παράλογο, όπως αυτό εκδηλώνεται στην πεζογραφία, την ποίηση και το θέατρό του. Πρόκειται για μια προσωπική περιήγηση σε ορισμένα μόνο σημεία ενός έργου μεγάλου σε έκταση και πρωτοτυπία, που αντιστοιχεί σε μια εξίσου ξεχωριστή συγγραφική προσωπικότητα.
Ξεκινώ με το πασίγνωστο διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα, «Οι τρεις άδειες καρέκλες», του οποίου η πλοκή αποτελεί ένα υπόδειγμα του θεάτρου του παραλόγου.
Η ιστορία ξεκινά ως εξής: Ο ήρωας αφηγητής, ο Γιάννης, βλέπει τρεις κυρίες από την Αίγυπτο να κάθονται στην αίθουσα αναμονής του οδοντιατρείου. Όταν ο οδοντίατρος βγαίνει από το εξεταστήριο, οι κυρίες έχουν εξαφανιστεί και οι καρέκλες είναι άδειες. Ο Γιάννης αποφασίζει να του κάνει μια χοντρή πλάκα. Του λέει με απόλυτη σοβαρότητα ότι δεν υπήρξαν ποτέ εκεί κυρίες και ότι προφανώς τις φαντάστηκε, επειδή ο γιατρός είναι «αλαφροίσκιωτος». Στην πλάκα μπαίνουν σιγά σιγά και οι υπόλοιποι φίλοι, ο Μακής, ο Πετάμενος και ο Τσαμπούνης, οι οποίοι επιβεβαιώνουν το ψέμα του Γιάννη, οδηγώντας τον οδοντίατρο στα όρια της νευρικής κρίσης και της τρέλας, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι έχει παραισθήσεις.
Η αστεία, ειρωνική και απόλυτα παράλογη κατάληξη αυτού του ιδιόμορφου παιχνιδιού είναι διπλή. Θα μπορούσε κανείς να το σκεφτεί και ως εκδίκηση της πραγματικότητας με το έργο να τελειώνει ως εξής:
Ο Γιάννης συναντά τυχαία στον δρόμο τον κύριο Τσαμπούνη. Ο Τσαμπούνης, ανυποψίαστος για το μέγεθος της πλάκας που είχε στηθεί, του αποκαλύπτει ότι οι τρεις κυρίες δεν υπήρχαν όντως. Και μάλιστα ότι κάποιοι έντρομοι έτρεξαν να ειδοποιήσουν τον κόσμο, επειδή ο οδοντίατρος είχε πάθει μια πραγματική κρίση επιληψίας μέσα στο ιατρείο του.
Ο Γιάννης, που ξεκίνησε όλη την πλάκα για να τρελάνει τον γιατρό, συνειδητοποιεί ότι η πραγματικότητα τον ξεπέρασε. Ταράζεται τόσο πολύ από την αποκάλυψη, που παθαίνει ο ίδιος αυτή τη φορά στ’ αλήθεια, κρίση.
Καθώς ο Γιάννης καταρρέει, βλέπει μεταφορικά τις τρεις άδειες καρέκλες να πετάνε στον αέρα, αποδεικνύοντας με τον πιο ξεκαρδιστικό και ταυτόχρονα τραγικό τρόπο ότι στον κόσμο του Σκαρίμπα, όποιος πάει να σκάψει τον λάκκο της λογικής του άλλου, πέφτει ο ίδιος μέσα στο δικό του παράλογο. * θα επιστρέψουμε στο παράλογο του πεζού του λόγου....
"φαντασία"
Από το «Ουλαλούμ»
Η φαντασία και το Ουλαλουμ είναι δυο από τα ποιήματα του Σκαρίμπα που αγγίζουν το παράλογο μέσα από τις διαδρομές της σκέψης του στις περιγραφές των εικόνων. Μου δημιουργήθηκε το ερώτημα, άραγε, η φαντασία είναι αυτή που στην απόλυτη ελευθερία της οδηγεί στο παράλογο; Μεγάλη, αχαλίνωτη και υπέροχη καθώς είναι του ποιητή, μ' έναν μόνιμο καημό ανεκπλήρωτου το οποίο ανεκπλήρωτο όμως, πραγματώνει μέσα της.
Διαβάζω...
Νάναι
σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς
έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,
και
σένα του καπέλου σου πλατειά και
φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά
να χαιρετάει.
Και
ναν΄ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο
κοντά
γι΄ άστρα, τη ζώνη που πηδάν
των νύχτιων φόντων,
κι΄ αυτός ο άνεμος
τρελά, τρελά να μας σκουντά
όλο προς
τη γραμμή των οριζόντων.
Κι΄
όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυχτός
για
ένα, με γυάλινα πανιά, πλοίο που πάει
όλο
βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός,
όξ΄
απ΄ τον κύκλο των νερών, στα χάη.
Κι΄
όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας
μαζί
περ΄ από τόπους και καιρούς, έως
ότου, φως μου,
καθώς τρελά θα χαιρετάει
κειν΄ η κορδέλα η φανταιζί,
βγούμε
απ΄ την τρικυμία αυτού του κόσμου…
Στο Ουλαλούμ, θα εντοπίσω τις διαφορές ανάμεσα στο τραγούδι και το καθαυτό ποίημα του Σκαρίμπα.
παραθέτω το τραγούδι:
Ήταν
σαν να σε πρόσμενα κυρά,
απόψε που
δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θα 'ρθει
απόψε απ' τα νερά, κι από τα δάσα!
Θα
'ρθει αφού φλετράει μου η ψυχή
αφού
σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα
μυρίζει φώτα ήλιο και βροχή το νιο
φεγγάρι!...
Και
να, το κάθισμά σου συγυρνώ,
στολνώ
την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να
μαζί σου κιόλας αρχινώ, χρυσή, κουβέντα.
Πως
να... θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που
μ' έλεγε τρελόν, πως είχες γίνει καπνός
και
τάχας σύγνεφα θαμπά, προς τη σελήνη...
Νύχτωσε
και δε φάνηκες εσύ...
Κίνησα να σε βρω
στο δρόμο ωϊμένα!
μα σκούνταφτες,
όπου εσκούνταφτα, χρυσή, κι εσύ με
μένα!...
Τόσο
πολύ μ' αγάπησες, κυρά,
που άκουγα
διπλά τα βήματα μου!
πάταγα γω στραβός
μες στα νερά; κι εσύ κοντά μου!...
Αυτό είναι το τραγούδι όπως το γνωρίζουμε από την μελοποίηση του Νικόλα Άσιμου. Εξαιρετικά πιστή στην ατμόσφαιρα του Σκαρίμπα, αν και ο Άσιμος κάνει ορισμένες μικρές λεκτικές και γραμματικές προσαρμογές για να εξυπηρετήσει τον ρυθμό της μουσικής και το δικό του προσωπικό, πιο άμεσο ύφος.
Η εναλλαγή των ρόλων στην αγάπη
Στον Σκαρίμπα διαβάζουμε «Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά», ενώ ο Άσιμος τραγουδά «Τόσο πολύ μ' αγάπησες κυρά».
Εδώ αλλάζει η κατεύθυνση του συναισθήματος. Στον Σκαρίμπα, ο ποιητής προβάλλει τη δική του αγάπη και το δικό του τεράστιο πάθος. Ο Άσιμος μετατρέπει τη φράση σε μια ειρωνική ή ψευδαισθητική επιβεβαίωση ότι η κυρά τον αγάπησε τόσο, ώστε να περπατάει δίπλα του.
Η ορθογραφία της «Κεράς»
Ο Σκαρίμπας χρησιμοποιεί τη λέξη «Κερά», που δίνει έναν πιο αρχαϊκό, σχεδόν μεσαιωνικό ή δημοτικό τόνο, σαν να αναφέρεται σε μια αρχόντισσα. Ο Άσιμος τραγουδά και καταγράφει τη λέξη ως «Κυρά», που είναι πιο καθημερινή και λαϊκή.
Ο Σκαρίμπας γράφει «στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα». Ο Άσιμος στην ερμηνεία του συχνά το προφέρει διαφορετικά, για να κυλήσει πιο ομαλά ο στίχος. Παράλληλα, η αλλαγή από την κάμαρα που προετοιμάζεται για μια κοινή συνάντηση στην κάμαρα του ποιητή εντείνει την αίσθηση της μοναξιάς.
Η ουσία του ποιήματος και η σχέση του με το «Ulalume» του Έντγκαρ Άλαν Πόε
Τι συμβολίζει η Κερά του Σκαρίμπα σε αντιπαράθεση με την κυρά του Έντγκαρ Άλαν Πόε
Για να κατανοήσουμε τι συμβολίζει η Κερά του Γιάννη Σκαρίμπα, πρέπει πρώτα να δούμε την πηγή της έμπνευσής της, το «Ulalume» του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Αν και τα δύο ποιήματα μοιράζονται τον ίδιο τίτλο και μια παρόμοια ατμόσφαιρα νυχτερινής περιπλάνησης, οι δύο φιγούρες συμβολίζουν κάτι ριζικά διαφορετικό.
Η αντιπαράθεση των δύο μορφών αποκαλύπτει τη μετάβαση από τον σκοτεινό ρομαντισμό του 19ου αιώνα στον μοντέρνο, σουρεαλιστικό παραλογισμό του 20ού αιώνα.
Η "κυρά" του Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο χαμένος έρωτας και ο θάνατος.
Στο ποίημα του Πόε, που δημοσιεύτηκε το 1847, ο αφηγητής περιπλανιέται τη νύχτα σε ένα ψυχρό, στοιχειωμένο τοπίο, συνομιλώντας με την Ψυχή του, την Psyche. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, οδηγείται στον τάφο της χαμένης αγαπημένης του, της Ulalume.
Η Ulalume είναι μια νεκρή γυναίκα, σύμβολο της απώλειας, του απωθημένου πένθους και της μνήμης που στοιχειώνει τον ποιητή.
Η "Κερά" του Γιάννη Σκαρίμπα, η ανύπαρκτη χίμαιρα και η τρέλα.
Στον Σκαρίμπα, η Κερά δεν είναι μια νεκρή αγαπημένη, αλλά μια ψευδαίσθηση. Ο ποιητής ετοιμάζει το δωμάτιο για μια συνάντηση που φαίνεται να περιμένει με λαχτάρα, όμως στον δρόμο η Κερά σκουντάφτει μαζί του, σαν να είναι η ίδια του η σκιά.
Η Κερά συμβολίζει το ανεκπλήρωτο και την υπαρξιακή μοναξιά. Είναι μια κατασκευή του μυαλού του, που μπορεί να εκφράζει την εσωτερική του ερημιά ή ακόμη και την άπιαστη ποιητική έμπνευση, τη Μούσα, όπως υπαινίσσεται ο στίχος «μ' έλεγε τρελόν».
Το τελικό συμπέρασμα
Ενώ ο Πόε θρηνεί για κάτι που έχασε, ο Σκαρίμπας υποφέρει για κάτι που ίσως δεν είχε ποτέ. Η Κερά γίνεται έτσι η τραγική και ειρωνική παραδοχή της ανθρώπινης μοναξιάς. Ακόμη κι όταν νιώθει κάποιον δίπλα του στο σκοτάδι ο άνθρωπος, μπορεί να μην έχει παρά τον ίδιο του τον εαυτό, που σκουντάφτει τυφλός μες στα νερά της ζωής.
Το στοιχείο του παράλογου στα άλλα του έργα
Στη φαντασία που ακούσαμε,το παράλογο εμφανίζεται με τον πιο εκλεπτυσμένο υποβλητικό τρόπο, ταυτίζεται με την υπέρβαση της πραγματικότητας και ταξιδεύει πέρα από τα όρια του φυσικού κόσμου. "Να ναι σα..." είναι μια παράλογη μετέωρη συνθήκη. Οι εραστές δεν κινούνται με δική τους βούληση, αλλά μέσα από μια παραίσθηση, όνειρο ή παιχνίδια του μυαλού του ποιητή.
Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της αισθητικής του παράλογου, και σε άλλα ποιηματά του καθώς στον τον πεζό του λόγο.
Παραδείγματα από την συλλογή «Εαυτούληδες»
Στα ποιήματά του, το παράλογο εμφανίζεται μέσα από την εικόνα ενός διασπασμένου εαυτού, ενός ανθρώπου που συνομιλεί με τον καθρέφτη του ή που βιώνει την πραγματικότητα σαν μια κακόγουστη φάρσα.
Στο «Σπασμένο Καράβι»
Ένα από τα πιο διάσημα ποιήματά του, που μελοποίησε ο Γιάννης Σπανός, όπου ο ποιητής ταυτίζει τον εαυτό του με ένα σαράβαλο πλεούμενο που δεν πάει πουθενά.
(Σπασμένο
καράβι να 'μαι ακυβέρνητο,
στα κύματα
μέσα να με πηγαίνουνε...
χωρίς να με
νοιάζει αν είμαι ο ίδιος εγώ
ή αν
άλλος κανένας μες στο κορμί μου κατοικεί.)
*σε δική μου ελεύθερη απόδοση
Εντοπίζουμε εδώ το παράλογο, καθώς κυριαρχούν η υπαρξιακή παραίτηση και ο διχασμός της προσωπικότητας. Ο ήρωας δεν ξέρει καν αν ο εαυτός του τού ανήκει, καταργώντας την έννοια της σταθερής λογικής ταυτότητας.
από τον πεζό λόγο του
Στα μυθιστορήματά του, ο Σκαρίμπας αποδομεί την παραδοσιακή πλοκή. Οι ήρωές του κινούνται με βάση παρορμήσεις που στερούνται λογικής, οι διάλογοι μοιάζουν με θέατρο του παραλόγου και η γλώσσα στρεβλώνεται σκόπιμα.
«Το Θείο Τραγί» (1933)
απόλυτο μνημείο του ελληνικού λογοτεχνικού παραλόγου.
Στο «Θείο Τραγί», μυθιστόρημα που γράφτηκε γύρω στο 1931 και δημοσιεύτηκε το 1933, ο Σκαρίμπας δημιουργεί έναν αντιήρωα που στρέφεται ενάντια στον καθωσπρεπισμό, την υποκριτική ηθική και τις κοινωνικές συμβάσεις. Ο Γιάννης δεν αποδέχεται τις καθιερωμένες αξίες μόνο και μόνο επειδή η κοινωνία τις θεωρεί αυτονόητες. Αντίθετα, τις αναποδογυρίζει, αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις τους.
Ο τίτλος παραπέμπει στον ίδιο τον ήρωα, ο οποίος αναφωνεί «Ήμουν το θείο τραγί! Μεεεε…», όπως αναφέρει η Ιλεάνα Δημάδη στην κριτική της στο Αθηνόραμα («Το θείο τραγί», 13 Φεβρουαρίου 2014). Η εικόνα του «θείου τραγιού» δεν περιορίζεται, ωστόσο, στον ιδιόρρυθμο και προκλητικό χαρακτήρα του Γιάννη. Ο Τέλλος Άγρας δίνει στον τίτλο μια ευρύτερη, ποιητική διάσταση, γράφοντας ότι «Θείο τραγί είναι τέλος η μουσική, η έμπνευση, η έκσταση, ο λυρισμός», συνδέοντας έτσι το έργο με τη βαθιά λυρική φυσιογνωμία του ίδιου του Σκαρίμπα.
Ο Γιάννης αντιπαραθέτει τη ζωή των περιπλανώμενων, που δεν έχουν θέση στα επίσημα μητρώα της κοινωνίας, με την οργανωμένη και δήθεν τακτοποιημένη ζωή των υπολοίπων. Μέσα από αυτή την αντίθεση, ο Σκαρίμπας σαρκάζει την επίσημη ηθική, τη θρησκεία και τη δικαιοσύνη, δείχνοντας πώς αξίες όπως η αξιοπρέπεια, η τιμή και το δικαίωμα στη ζωή μοιάζουν να έχουν γίνει προνόμια εκείνων που ελέγχουν τους θεσμούς.
Παράλληλα, η ανατροπή περνά και στη γλώσσα. Οι επαναλήψεις, οι ιδιότυπες διατυπώσεις, οι απροσδόκητοι συσχετισμοί και η εσκεμμένη παραβίαση των καθιερωμένων γλωσσικών κανόνων δεν αποτελούν απλώς ένα προσωπικό ύφος. Είναι μέρος της ίδιας της εξέγερσης του συγγραφέα απέναντι σε κάθε έτοιμη τάξη. Το παράλογο στον Σκαρίμπα δεν είναι μια αυθαίρετη παραξενιά. Είναι ένας τρόπος να αποκαλύψει το παράλογο που κρύβεται πίσω από όσα η κοινωνία επιμένει να θεωρεί λογικά.
«Μαριάμπας» (1935)
Ο Μπαρμπαγιάννης Μαριάμπας προσπαθεί να ξεφύγει από την πλήξη της επαρχιακής Χαλκίδας μέσα από πράξεις που δεν υπακούουν στη λογική, αλλά ακριβώς στην απουσία της. Περπατά ανάποδα ή περιμένει στις ράγες του τρένου ένα θαύμα που ο ίδιος έχει επινοήσει. Κι ας θυμηθούμε εδώ και τη συνήθεια του Νικόλα Άσιμου να περπατά ανάποδα, μια πιθανή συγγένεια στη στάση απέναντι στις συμβάσεις.
Η πλοκή δεν ακολουθεί μια σταθερή αλυσίδα αιτίων και αποτελεσμάτων. Οι ήρωες μάχονται ενάντια σε ανεμόμυλους της φαντασίας τους, αποκαλύπτοντας πόσο κενές μπορεί να είναι οι συμβάσεις της καθημερινότητας.
«Το Σόλο του Φίγκαρο» (1939)
Εδώ ο Σκαρίμπας αποδομεί τη γλώσσα. Οι λέξεις εφευρίσκονται επί τόπου, η στίξη εμφανίζεται σε απροσδόκητα σημεία και οι διάλογοι μετατρέπονται σε παράλληλους μονόλογους. Ο ένας ρωτά και ο άλλος απαντά για κάτι εντελώς διαφορετικό, σαν να έχουν γκρεμιστεί οι γέφυρες της επικοινωνίας.
Το παράλογο αποκαλύπτει έτσι την αδυναμία της γλώσσας να μεταφέρει πάντοτε την αλήθεια. Είτε πρόκειται για τον τυφλό που πατά στα νερά στο «Ουλαλούμ» είτε για τον Γιάννη από το θείο τραγί, ο Σκαρίμπας χρησιμοποιεί το παράλογο ως όπλο ελευθερίας. Σπάζοντας τη λογική, σπάει και τα δεσμά της κοινωνικής υποκρισίας.
Το ’21 και η αλήθεια
Αφήνοντας για λίγο τη λογοτεχνική του γραφή, περνάμε στον Σκαρίμπα που στράφηκε στην Ιστορία, όχι ως ιστορικός, αλλά ως ένας άνθρωπος που θέλησε να αναμετρηθεί με όσα θεωρούσε παραποιημένα γύρω από την Επανάσταση του 1821. Ίσως να έπαιξε ρόλο και η οικογενειακή του μνήμη, καθώς ο πατέρας του είχε πολεμήσει στην Επανάσταση, αλλά και η δική του πατριωτική συνείδηση, που τον ώθησε να εκφράσει τις αλήθειες του, όπως εκείνος τις αντιλαμβανόταν.
Στο τρίτομο έργο του «Το ’21 και η αλήθεια» (1971–1977), ο Γιάννης Σκαρίμπας εφαρμόζει την ανατρεπτική και αντισυμβατική του στάση απέναντι στην επίσημη ελληνική Ιστορία. (αναφορά στο "21 και η αλήθεια" με αποσπάσματα χαρακτηριστικά της θέσης του συγγραφέα Σκαρίμπα, σε σχέση με την επανάσταση του '21, υπάρχει και στο αξιόλογο λογοτεχνικό blog "μποτίλια στον άνεμο" του Μπάμπη Ζαφειράτου).
Επιτίθεται με σφοδρότητα στην επίσημη σχολική ιστοριογραφία. Αποκαθηλώνει πολιτικούς, κοτζαμπάσηδες και το ανώτερο ιερατείο της εποχής, κατηγορώντας τους για προδοσία της Επανάστασης και γίνεται για ορισμένα τουλάχιστον πρόσωπα, απομυθοποίηση των ηρώων.
Παρουσιάζει το 1821 όχι απλώς ως έναν εθνικό αγώνα, αλλά κυρίως ως μια κοινωνική και ταξική εξέγερση του φτωχού λαού, των κλεφτών και των αγροτών, ενάντια τόσο στους Τούρκους δυνάστες όσο και στους ντόπιους εκμεταλλευτές τους.
Υπερασπίζεται με πάθος τις λαϊκές μορφές του Αγώνα που κυνηγήθηκαν ή φυλακίστηκαν από το μετεπαναστατικό κατεστημένο, με κύρια παραδείγματα τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Γεώργιο Καραϊσκάκη.
Ο Σκαρίμπας στο έργο αυτό, δεν γράφει από απόσταση ως ψυχρός ακαδημαϊκός ιστορικός. Χρησιμοποιεί μια γλώσσα οργισμένη, γεμάτη σαρκασμό, ειρωνεία και λαϊκές εκφράσεις, μετατρέποντας την ιστορική μελέτη σε ένα ζωντανό, ανατρεπτικό μανιφέστο.
Αυτή η αιρετική του ματιά προσέφερε ένα εναλλακτικό πρίσμα για την κατανόηση της νεοελληνικής ταυτότητας, μακριά από καθιερωμένους εθνικούς μύθους.
Και περνάμε στον Σκαρίμπα του θεάτρου Σκιών
Ο καραγκιοζοπαίχτης Σκαρίμπας
Στο σπίτι του στη Χαλκίδα, στην περιοχή του Καράμπαμπα, ο Σκαρίμπας είχε στήσει τον δικό του μπερντέ. Έδινε ο ίδιος παραστάσεις, κάνοντας τις φωνές όλων των χαρακτήρων. Το κοινό του ήταν αυστηρά επιλεγμένο. Επέτρεπε την είσοδο κυρίως στις λαϊκές γυναίκες της γειτονιάς και στα παιδιά, ενώ απαγόρευε ρητά την είσοδο στους διανοούμενους και τους αστούς της πόλης.
Η ιστορική παράσταση στην Αθήνα
Το 1971, σε προχωρημένη ηλικία, πείστηκε και έδωσε μια μοναδική παράσταση πίσω από τον μπερντέ στο Κέντρο Πειραματικού Κινηματογράφου στην Αθήνα, αφήνοντας άναυδο το καλλιτεχνικό κοινό.
Ο Σκαρίμπας δεν αγόραζε έτοιμες φιγούρες. Τις σχεδίαζε και τις έκοβε μόνος του, ονομάζοντάς τις υποτιμητικά αλλά και με αγάπη «χαρτονόμουτρα».
Χρησιμοποιούσε τα πιο ευτελή, καθημερινά υλικά, χασαπόχαρτα, χαρτόνια από κούτες, τσιγαρόχαρτα, κουρέλια, σπάγκους και κουμπιά.
Ως προς την αισθητική, οι φιγούρες του είχαν μια εντελώς δική τους, γκροτέσκο και σκαριμπική αισθητική, που θύμιζε κυβισμό ή σουρεαλισμό. Πάνω από πενήντα από αυτές τις αυθεντικές φιγούρες σώζονται σήμερα και εκτίθενται στο Μουσείο Γιάννη Σκαρίμπα στη Χαλκίδα.
Στο έργο του «Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας»
Ο Σκαρίμπας αποτύπωσε αυτό το πάθος του και στο χαρτί, γράφοντας δύο ανατρεπτικές θεατρικές κωμωδίες για τον μπερντέ, «Ο Καραγκιόζης λαθρέμπορος» και «Ο Καραγκιόζης Γαβγαβγόπουλος».
Τα έργα αυτά εκδόθηκαν μαζί υπό τον τίτλο «Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας» το 1969. Εκεί, ο Καραγκιόζης χρησιμοποιεί τη γνωστή σπαρταριστή και παράλογη γλώσσα του Σκαρίμπα, μετατρέποντας το παραδοσιακό θέατρο σκιών σε ένα μοντέρνο θέατρο του παραλόγου.
Στην ουσία, ο Σκαρίμπας ένιωθε συγγένεια με τον Καραγκιόζη. Ήταν και ο ίδιος μια φιγούρα που αρνιόταν να γίνει καθώς πρέπει, προτιμώντας να κινείται σαν σκιά στο δικό του, χειροποίητο παραμύθι.
Επίλογος
Βέβαια, μέσα σε μια τόσο σύντομη αναφορά σε έναν τόσο μεγάλο και σπουδαίο δημιουργό, δεν μπορούμε να επεκταθούμε στο σύνολο του έργου του και στη φιλοσοφία που το διαπερνά. Παρουσιάσαμε μόνο μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα, γνωστά ή λιγότερο γνωστά στο κοινό που τον αγάπησε, είτε μέσα από την άμεση ανάγνωση των έργων του είτε μέσα από τους ερμηνευτές που τον έκαναν ευρύτερα γνωστό.
Ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε ένα μοναδικό φαινόμενο, μια απόλυτη παραφωνία στα ελληνικά γράμματα, ακριβώς επειδή η τέχνη του δεν ήταν επάγγελμα ή τίτλος τιμής, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της ύπαρξής του, μιας ύπαρξης αντισυμβατικής και ασυμβίβαστης. Αν είχε συμβιβαστεί με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής του, αν είχε τιθασεύσει την ιδιοσυγκρασία του για χάρη μιας συμβατικής γραφής και μιας στρωτής γραμματικής, ο Σκαρίμπας των μεγάλων ανατροπών απλώς δεν θα είχε υπάρξει.
Η δύναμη της πένας του κρυβόταν στην άρνησή του να μπει σε καλούπια. Πήρε την ελληνική γλώσσα, την έσπασε, την ανακάτεψε με το παράλογο, τον σουρεαλισμό και τη λαϊκή σοφία του μπερντέ, χαρίζοντάς μας ένα έργο βαθιά πρωτοπόρο και καινοτόμο.
Άνθρωπος, ποιητής και πεζογράφος υπήρξαν ένα ενιαίο, αδιαίρετο σύνολο, αποδεικνύοντας πως η αληθινή λογοτεχνική μεγαλοσύνη δεν γεννιέται από την τήρηση των κανόνων, αλλά από το θάρρος να παραμένεις ο εαυτός σου, ένας τυφλός που περπατά στα νερά, ακόμη κι όταν όλος ο κόσμος σε λέει τρελό.
Κι αν αναρωτηθώ γιατί αγάπησα τον Σκαρίμπα, θα έλεγα πως ήταν ακριβώς αυτό το ύφος του, η άρνησή του να ακολουθήσει τις καθιερωμένες λογοτεχνικές φόρμες και, πάνω απ’ όλα, η ελευθερία της σκέψης του. Όχι γιατί θεωρώ ότι γράφω όπως ο Σκαρίμπας, για μένα τουλάχιστον θα ήταν μεγάλο θράσος και ιεροσυλία να τολμήσω να το σκεφτώ, αλλά γιατί αναγνωρίζω και εκτιμώ βαθιά την ελευθερία με την οποία υπερασπίστηκε τον δικό του τρόπο έκφρασης.
Θα τολμήσω όμως να πω πως, από πολύ νωρίς, επέλεξα έναν λιτό και άμεσο λόγο, που δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, αλλά αναζητά την αλήθεια του συναισθήματος και την ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτό που με συνδέει μαζί του δεν είναι η ομοιότητα της γραφής μας, αλλά η ανάγκη να γράφει κανείς με τους δικούς του όρους, χωρίς να υποτάσσεται σε έτοιμες φόρμες και σε εξωτερικές επιταγές.
Με αγάπη για την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών
Ελένη Μπάλιου Κλεμμ





