"Η ελεύθερη ψυχή είναι σπάνια, αλλά όταν τη συναντήσεις την αναγνωρίζεις. Κι αυτό, γιατί αισθάνεται όμορφα, πολύ όμορφα όταν είσαι κοντά της ή μαζί της"
C.B

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Γιάννης Σκαρίμπας (28 Σεπτεμβρίου 1893 - 21 Ιανουαρίου 1984) - Αφιέρωμα

 



Πριν περάσω στο θέμα μου, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η προσέγγισή μου στον Γιάννη Σκαρίμπα δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει μια εις βάθος φιλολογική μελέτη του πολυσχιδούς έργου του. Ένα τέτοιο εγχείρημα έχει απασχολήσει σημαντικούς μελετητές, όπως η Κατερίνα Κωστίου, ο Συμεών Γρ. Σταμπουλού, ο Μάριο Βίττι, η Χριστίνα Ντουνιά και νεότεροι ερευνητές, που έχουν φωτίσει διαφορετικές πτυχές της γραφής και της ιδιοτυπίας του.

Το δικό μου αφιέρωμα είναι δειγματοληπτικό. Επέλεξα να προσεγγίσω ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δημιουργίας του, το παράλογο, όπως αυτό εκδηλώνεται στην πεζογραφία, την ποίηση και το θέατρό του. Πρόκειται για μια προσωπική περιήγηση σε ορισμένα μόνο σημεία ενός έργου μεγάλου σε έκταση και πρωτοτυπία, που αντιστοιχεί σε μια εξίσου ξεχωριστή συγγραφική προσωπικότητα.

Ξεκινώ με το πασίγνωστο διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα, «Οι τρεις άδειες καρέκλες», του οποίου η πλοκή αποτελεί ένα υπόδειγμα του θεάτρου του παραλόγου.

Η ιστορία ξεκινά ως εξής: Ο ήρωας αφηγητής, ο Γιάννης, βλέπει τρεις κυρίες από την Αίγυπτο να κάθονται στην αίθουσα αναμονής του οδοντιατρείου. Όταν ο οδοντίατρος βγαίνει από το εξεταστήριο, οι κυρίες έχουν εξαφανιστεί και οι καρέκλες είναι άδειες. Ο Γιάννης αποφασίζει να του κάνει μια χοντρή πλάκα. Του λέει με απόλυτη σοβαρότητα ότι δεν υπήρξαν ποτέ εκεί κυρίες και ότι προφανώς τις φαντάστηκε, επειδή ο γιατρός είναι «αλαφροίσκιωτος». Στην πλάκα μπαίνουν σιγά σιγά και οι υπόλοιποι φίλοι, ο Μακής, ο Πετάμενος και ο Τσαμπούνης, οι οποίοι επιβεβαιώνουν το ψέμα του Γιάννη, οδηγώντας τον οδοντίατρο στα όρια της νευρικής κρίσης και της τρέλας, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι έχει παραισθήσεις.

Η αστεία, ειρωνική και απόλυτα παράλογη κατάληξη αυτού του ιδιόμορφου παιχνιδιού είναι διπλή. Θα μπορούσε κανείς να το σκεφτεί και ως εκδίκηση της πραγματικότητας με το έργο να τελειώνει ως εξής:

Ο Γιάννης συναντά τυχαία στον δρόμο τον κύριο Τσαμπούνη. Ο Τσαμπούνης, ανυποψίαστος για το μέγεθος της πλάκας που είχε στηθεί, του αποκαλύπτει ότι οι τρεις κυρίες δεν υπήρχαν όντως. Και μάλιστα ότι κάποιοι έντρομοι έτρεξαν να ειδοποιήσουν τον κόσμο, επειδή ο οδοντίατρος είχε πάθει μια πραγματική κρίση επιληψίας μέσα στο ιατρείο του.

Ο Γιάννης, που ξεκίνησε όλη την πλάκα για να τρελάνει τον γιατρό, συνειδητοποιεί ότι η πραγματικότητα τον ξεπέρασε. Ταράζεται τόσο πολύ από την αποκάλυψη, που παθαίνει ο ίδιος αυτή τη φορά στ’ αλήθεια, κρίση.

Καθώς ο Γιάννης καταρρέει, βλέπει μεταφορικά τις τρεις άδειες καρέκλες να πετάνε στον αέρα, αποδεικνύοντας με τον πιο ξεκαρδιστικό και ταυτόχρονα τραγικό τρόπο ότι στον κόσμο του Σκαρίμπα, όποιος πάει να σκάψει τον λάκκο της λογικής του άλλου, πέφτει ο ίδιος μέσα στο δικό του παράλογο. * θα επιστρέψουμε στο παράλογο του πεζού του λόγου....


"φαντασία"

Από το «Ουλαλούμ»

Η φαντασία και το Ουλαλουμ είναι δυο από τα ποιήματα του Σκαρίμπα που αγγίζουν το παράλογο μέσα από τις διαδρομές της σκέψης του στις περιγραφές των εικόνων. Μου δημιουργήθηκε το ερώτημα, άραγε, η φαντασία είναι αυτή που στην απόλυτη ελευθερία της οδηγεί στο παράλογο; Μεγάλη, αχαλίνωτη και υπέροχη καθώς είναι του ποιητή, μ' έναν μόνιμο καημό ανεκπλήρωτου το οποίο ανεκπλήρωτο όμως, πραγματώνει μέσα της.

Διαβάζω...

Νάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Και ναν΄ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι΄ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι΄ αυτός ο άνεμος τρελά, τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Κι΄ όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυχτός
για ένα, με γυάλινα πανιά, πλοίο που πάει
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός,
όξ΄ απ΄ τον κύκλο των νερών, στα χάη.

Κι΄ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
περ΄ από τόπους και καιρούς, έως ότου, φως μου,
καθώς τρελά θα χαιρετάει κειν΄ η κορδέλα η φανταιζί,
βγούμε απ΄ την τρικυμία αυτού του κόσμου…



Στο Ουλαλούμ, θα εντοπίσω τις διαφορές ανάμεσα στο τραγούδι και το καθαυτό ποίημα του Σκαρίμπα.

παραθέτω το τραγούδι:

Ήταν σαν να σε πρόσμενα κυρά,
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θα 'ρθει απόψε απ' τα νερά, κι από τα δάσα!
Θα 'ρθει αφού φλετράει μου η ψυχή
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα μυρίζει φώτα ήλιο και βροχή το νιο φεγγάρι!...

Και να, το κάθισμά σου συγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να μαζί σου κιόλας αρχινώ, χρυσή, κουβέντα.

Πως να... θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που μ' έλεγε τρελόν, πως είχες γίνει καπνός
και τάχας σύγνεφα θαμπά, προς τη σελήνη...

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ...
Κίνησα να σε βρω στο δρόμο ωϊμένα!
μα σκούνταφτες, όπου εσκούνταφτα, χρυσή, κι εσύ με μένα!...

Τόσο πολύ μ' αγάπησες, κυρά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
πάταγα γω στραβός μες στα νερά; κι εσύ κοντά μου!...

Αυτό είναι το τραγούδι όπως το γνωρίζουμε από την μελοποίηση του Νικόλα Άσιμου. Εξαιρετικά πιστή στην ατμόσφαιρα του Σκαρίμπα, αν και ο Άσιμος κάνει ορισμένες μικρές λεκτικές και γραμματικές προσαρμογές για να εξυπηρετήσει τον ρυθμό της μουσικής και το δικό του προσωπικό, πιο άμεσο ύφος.

Η εναλλαγή των ρόλων στην αγάπη

Στον Σκαρίμπα διαβάζουμε «Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά», ενώ ο Άσιμος τραγουδά «Τόσο πολύ μ' αγάπησες κυρά».

Εδώ αλλάζει η κατεύθυνση του συναισθήματος. Στον Σκαρίμπα, ο ποιητής προβάλλει τη δική του αγάπη και το δικό του τεράστιο πάθος. Ο Άσιμος μετατρέπει τη φράση σε μια ειρωνική ή ψευδαισθητική επιβεβαίωση ότι η κυρά τον αγάπησε τόσο, ώστε να περπατάει δίπλα του.

Η ορθογραφία της «Κεράς»

Ο Σκαρίμπας χρησιμοποιεί τη λέξη «Κερά», που δίνει έναν πιο αρχαϊκό, σχεδόν μεσαιωνικό ή δημοτικό τόνο, σαν να αναφέρεται σε μια αρχόντισσα. Ο Άσιμος τραγουδά και καταγράφει τη λέξη ως «Κυρά», που είναι πιο καθημερινή και λαϊκή.

Ο Σκαρίμπας γράφει «στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα». Ο Άσιμος στην ερμηνεία του συχνά το προφέρει διαφορετικά, για να κυλήσει πιο ομαλά ο στίχος. Παράλληλα, η αλλαγή από την κάμαρα που προετοιμάζεται για μια κοινή συνάντηση στην κάμαρα του ποιητή εντείνει την αίσθηση της μοναξιάς.

Η ουσία του ποιήματος και η σχέση του με το «Ulalume» του Έντγκαρ Άλαν Πόε

Τι συμβολίζει η Κερά του Σκαρίμπα σε αντιπαράθεση με την κυρά του Έντγκαρ Άλαν Πόε

Για να κατανοήσουμε τι συμβολίζει η Κερά του Γιάννη Σκαρίμπα, πρέπει πρώτα να δούμε την πηγή της έμπνευσής της, το «Ulalume» του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Αν και τα δύο ποιήματα μοιράζονται τον ίδιο τίτλο και μια παρόμοια ατμόσφαιρα νυχτερινής περιπλάνησης, οι δύο φιγούρες συμβολίζουν κάτι ριζικά διαφορετικό.

Η αντιπαράθεση των δύο μορφών αποκαλύπτει τη μετάβαση από τον σκοτεινό ρομαντισμό του 19ου αιώνα στον μοντέρνο, σουρεαλιστικό παραλογισμό του 20ού αιώνα.

Η "κυρά" του Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο χαμένος έρωτας και ο θάνατος.

Στο ποίημα του Πόε, που δημοσιεύτηκε το 1847, ο αφηγητής περιπλανιέται τη νύχτα σε ένα ψυχρό, στοιχειωμένο τοπίο, συνομιλώντας με την Ψυχή του, την Psyche. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, οδηγείται στον τάφο της χαμένης αγαπημένης του, της Ulalume.

Η Ulalume είναι μια νεκρή γυναίκα, σύμβολο της απώλειας, του απωθημένου πένθους και της μνήμης που στοιχειώνει τον ποιητή.

Η "Κερά" του Γιάννη Σκαρίμπα, η ανύπαρκτη χίμαιρα και η τρέλα.

Στον Σκαρίμπα, η Κερά δεν είναι μια νεκρή αγαπημένη, αλλά μια ψευδαίσθηση. Ο ποιητής ετοιμάζει το δωμάτιο για μια συνάντηση που φαίνεται να περιμένει με λαχτάρα, όμως στον δρόμο η Κερά σκουντάφτει μαζί του, σαν να είναι η ίδια του η σκιά.

Η Κερά συμβολίζει το ανεκπλήρωτο και την υπαρξιακή μοναξιά. Είναι μια κατασκευή του μυαλού του, που μπορεί να εκφράζει την εσωτερική του ερημιά ή ακόμη και την άπιαστη ποιητική έμπνευση, τη Μούσα, όπως υπαινίσσεται ο στίχος «μ' έλεγε τρελόν».

Το τελικό συμπέρασμα

Ενώ ο Πόε θρηνεί για κάτι που έχασε, ο Σκαρίμπας υποφέρει για κάτι που ίσως δεν είχε ποτέ. Η Κερά γίνεται έτσι η τραγική και ειρωνική παραδοχή της ανθρώπινης μοναξιάς. Ακόμη κι όταν νιώθει κάποιον δίπλα του στο σκοτάδι ο άνθρωπος, μπορεί να μην έχει παρά τον ίδιο του τον εαυτό, που σκουντάφτει τυφλός μες στα νερά της ζωής.

Το στοιχείο του παράλογου στα άλλα του έργα

Στη φαντασία που ακούσαμε,το παράλογο εμφανίζεται με τον πιο εκλεπτυσμένο υποβλητικό τρόπο, ταυτίζεται με την υπέρβαση της πραγματικότητας και ταξιδεύει πέρα από τα όρια του φυσικού κόσμου. "Να ναι σα..." είναι μια παράλογη μετέωρη συνθήκη. Οι εραστές δεν κινούνται με δική τους βούληση, αλλά μέσα από μια παραίσθηση, όνειρο ή παιχνίδια του μυαλού του ποιητή.

Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της αισθητικής του παράλογου, και σε άλλα ποιηματά του καθώς στον τον πεζό του λόγο.

Παραδείγματα από την συλλογή «Εαυτούληδες»

Στα ποιήματά του, το παράλογο εμφανίζεται μέσα από την εικόνα ενός διασπασμένου εαυτού, ενός ανθρώπου που συνομιλεί με τον καθρέφτη του ή που βιώνει την πραγματικότητα σαν μια κακόγουστη φάρσα.

Στο «Σπασμένο Καράβι»

Ένα από τα πιο διάσημα ποιήματά του, που μελοποίησε ο Γιάννης Σπανός, όπου ο ποιητής ταυτίζει τον εαυτό του με ένα σαράβαλο πλεούμενο που δεν πάει πουθενά.

(Σπασμένο καράβι να 'μαι ακυβέρνητο,
στα κύματα μέσα να με πηγαίνουνε...
χωρίς να με νοιάζει αν είμαι ο ίδιος εγώ
ή αν άλλος κανένας μες στο κορμί μου κατοικεί.) *σε δική μου ελεύθερη απόδοση

Εντοπίζουμε εδώ το παράλογο, καθώς κυριαρχούν η υπαρξιακή παραίτηση και ο διχασμός της προσωπικότητας. Ο ήρωας δεν ξέρει καν αν ο εαυτός του τού ανήκει, καταργώντας την έννοια της σταθερής λογικής ταυτότητας.

από τον πεζό λόγο του

Στα μυθιστορήματά του, ο Σκαρίμπας αποδομεί την παραδοσιακή πλοκή. Οι ήρωές του κινούνται με βάση παρορμήσεις που στερούνται λογικής, οι διάλογοι μοιάζουν με θέατρο του παραλόγου και η γλώσσα στρεβλώνεται σκόπιμα.

«Το Θείο Τραγί» (1933)

απόλυτο μνημείο του ελληνικού λογοτεχνικού παραλόγου.

Στο «Θείο Τραγί», μυθιστόρημα που γράφτηκε γύρω στο 1931 και δημοσιεύτηκε το 1933, ο Σκαρίμπας δημιουργεί έναν αντιήρωα που στρέφεται ενάντια στον καθωσπρεπισμό, την υποκριτική ηθική και τις κοινωνικές συμβάσεις. Ο Γιάννης δεν αποδέχεται τις καθιερωμένες αξίες μόνο και μόνο επειδή η κοινωνία τις θεωρεί αυτονόητες. Αντίθετα, τις αναποδογυρίζει, αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις τους.

Ο τίτλος παραπέμπει στον ίδιο τον ήρωα, ο οποίος αναφωνεί «Ήμουν το θείο τραγί! Μεεεε…», όπως αναφέρει η Ιλεάνα Δημάδη στην κριτική της στο Αθηνόραμα («Το θείο τραγί», 13 Φεβρουαρίου 2014). Η εικόνα του «θείου τραγιού» δεν περιορίζεται, ωστόσο, στον ιδιόρρυθμο και προκλητικό χαρακτήρα του Γιάννη. Ο Τέλλος Άγρας δίνει στον τίτλο μια ευρύτερη, ποιητική διάσταση, γράφοντας ότι «Θείο τραγί είναι τέλος η μουσική, η έμπνευση, η έκσταση, ο λυρισμός», συνδέοντας έτσι το έργο με τη βαθιά λυρική φυσιογνωμία του ίδιου του Σκαρίμπα.

Ο Γιάννης αντιπαραθέτει τη ζωή των περιπλανώμενων, που δεν έχουν θέση στα επίσημα μητρώα της κοινωνίας, με την οργανωμένη και δήθεν τακτοποιημένη ζωή των υπολοίπων. Μέσα από αυτή την αντίθεση, ο Σκαρίμπας σαρκάζει την επίσημη ηθική, τη θρησκεία και τη δικαιοσύνη, δείχνοντας πώς αξίες όπως η αξιοπρέπεια, η τιμή και το δικαίωμα στη ζωή μοιάζουν να έχουν γίνει προνόμια εκείνων που ελέγχουν τους θεσμούς.

Παράλληλα, η ανατροπή περνά και στη γλώσσα. Οι επαναλήψεις, οι ιδιότυπες διατυπώσεις, οι απροσδόκητοι συσχετισμοί και η εσκεμμένη παραβίαση των καθιερωμένων γλωσσικών κανόνων δεν αποτελούν απλώς ένα προσωπικό ύφος. Είναι μέρος της ίδιας της εξέγερσης του συγγραφέα απέναντι σε κάθε έτοιμη τάξη. Το παράλογο στον Σκαρίμπα δεν είναι μια αυθαίρετη παραξενιά. Είναι ένας τρόπος να αποκαλύψει το παράλογο που κρύβεται πίσω από όσα η κοινωνία επιμένει να θεωρεί λογικά.

«Μαριάμπας» (1935)

Ο Μπαρμπαγιάννης Μαριάμπας προσπαθεί να ξεφύγει από την πλήξη της επαρχιακής Χαλκίδας μέσα από πράξεις που δεν υπακούουν στη λογική, αλλά ακριβώς στην απουσία της. Περπατά ανάποδα ή περιμένει στις ράγες του τρένου ένα θαύμα που ο ίδιος έχει επινοήσει. Κι ας θυμηθούμε εδώ και τη συνήθεια του Νικόλα Άσιμου να περπατά ανάποδα, μια πιθανή συγγένεια στη στάση απέναντι στις συμβάσεις.

Η πλοκή δεν ακολουθεί μια σταθερή αλυσίδα αιτίων και αποτελεσμάτων. Οι ήρωες μάχονται ενάντια σε ανεμόμυλους της φαντασίας τους, αποκαλύπτοντας πόσο κενές μπορεί να είναι οι συμβάσεις της καθημερινότητας.

«Το Σόλο του Φίγκαρο» (1939)

Εδώ ο Σκαρίμπας αποδομεί τη γλώσσα. Οι λέξεις εφευρίσκονται επί τόπου, η στίξη εμφανίζεται σε απροσδόκητα σημεία και οι διάλογοι μετατρέπονται σε παράλληλους μονόλογους. Ο ένας ρωτά και ο άλλος απαντά για κάτι εντελώς διαφορετικό, σαν να έχουν γκρεμιστεί οι γέφυρες της επικοινωνίας.

Το παράλογο αποκαλύπτει έτσι την αδυναμία της γλώσσας να μεταφέρει πάντοτε την αλήθεια. Είτε πρόκειται για τον τυφλό που πατά στα νερά στο «Ουλαλούμ» είτε για τον Γιάννη από το θείο τραγί, ο Σκαρίμπας χρησιμοποιεί το παράλογο ως όπλο ελευθερίας. Σπάζοντας τη λογική, σπάει και τα δεσμά της κοινωνικής υποκρισίας.

Το ’21 και η αλήθεια

Αφήνοντας για λίγο τη λογοτεχνική του γραφή, περνάμε στον Σκαρίμπα που στράφηκε στην Ιστορία, όχι ως ιστορικός, αλλά ως ένας άνθρωπος που θέλησε να αναμετρηθεί με όσα θεωρούσε παραποιημένα γύρω από την Επανάσταση του 1821. Ίσως να έπαιξε ρόλο και η οικογενειακή του μνήμη, καθώς ο πατέρας του είχε πολεμήσει στην Επανάσταση, αλλά και η δική του πατριωτική συνείδηση, που τον ώθησε να εκφράσει τις αλήθειες του, όπως εκείνος τις αντιλαμβανόταν.

Στο τρίτομο έργο του «Το ’21 και η αλήθεια» (1971–1977), ο Γιάννης Σκαρίμπας εφαρμόζει την ανατρεπτική και αντισυμβατική του στάση απέναντι στην επίσημη ελληνική Ιστορία. (αναφορά στο "21 και η αλήθεια" με αποσπάσματα χαρακτηριστικά της θέσης του συγγραφέα Σκαρίμπα, σε σχέση με την επανάσταση του '21, υπάρχει και στο αξιόλογο λογοτεχνικό blog "μποτίλια στον άνεμο" του Μπάμπη Ζαφειράτου).

Επιτίθεται με σφοδρότητα στην επίσημη σχολική ιστοριογραφία. Αποκαθηλώνει πολιτικούς, κοτζαμπάσηδες και το ανώτερο ιερατείο της εποχής, κατηγορώντας τους για προδοσία της Επανάστασης και γίνεται για ορισμένα τουλάχιστον πρόσωπα, απομυθοποίηση των ηρώων.

Παρουσιάζει το 1821 όχι απλώς ως έναν εθνικό αγώνα, αλλά κυρίως ως μια κοινωνική και ταξική εξέγερση του φτωχού λαού, των κλεφτών και των αγροτών, ενάντια τόσο στους Τούρκους δυνάστες όσο και στους ντόπιους εκμεταλλευτές τους.

Υπερασπίζεται με πάθος τις λαϊκές μορφές του Αγώνα που κυνηγήθηκαν ή φυλακίστηκαν από το μετεπαναστατικό κατεστημένο, με κύρια παραδείγματα τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Γεώργιο Καραϊσκάκη.

Ο Σκαρίμπας στο έργο αυτό, δεν γράφει από απόσταση ως ψυχρός ακαδημαϊκός ιστορικός. Χρησιμοποιεί μια γλώσσα οργισμένη, γεμάτη σαρκασμό, ειρωνεία και λαϊκές εκφράσεις, μετατρέποντας την ιστορική μελέτη σε ένα ζωντανό, ανατρεπτικό μανιφέστο.

Αυτή η αιρετική του ματιά προσέφερε ένα εναλλακτικό πρίσμα για την κατανόηση της νεοελληνικής ταυτότητας, μακριά από καθιερωμένους εθνικούς μύθους.

Και περνάμε στον Σκαρίμπα του θεάτρου Σκιών

Ο καραγκιοζοπαίχτης Σκαρίμπας

Στο σπίτι του στη Χαλκίδα, στην περιοχή του Καράμπαμπα, ο Σκαρίμπας είχε στήσει τον δικό του μπερντέ. Έδινε ο ίδιος παραστάσεις, κάνοντας τις φωνές όλων των χαρακτήρων. Το κοινό του ήταν αυστηρά επιλεγμένο. Επέτρεπε την είσοδο κυρίως στις λαϊκές γυναίκες της γειτονιάς και στα παιδιά, ενώ απαγόρευε ρητά την είσοδο στους διανοούμενους και τους αστούς της πόλης.

Η ιστορική παράσταση στην Αθήνα

Το 1971, σε προχωρημένη ηλικία, πείστηκε και έδωσε μια μοναδική παράσταση πίσω από τον μπερντέ στο Κέντρο Πειραματικού Κινηματογράφου στην Αθήνα, αφήνοντας άναυδο το καλλιτεχνικό κοινό.



Ο Σκαρίμπας δεν αγόραζε έτοιμες φιγούρες. Τις σχεδίαζε και τις έκοβε μόνος του, ονομάζοντάς τις υποτιμητικά αλλά και με αγάπη «χαρτονόμουτρα».

Χρησιμοποιούσε τα πιο ευτελή, καθημερινά υλικά, χασαπόχαρτα, χαρτόνια από κούτες, τσιγαρόχαρτα, κουρέλια, σπάγκους και κουμπιά.

Ως προς την αισθητική, οι φιγούρες του είχαν μια εντελώς δική τους, γκροτέσκο και σκαριμπική αισθητική, που θύμιζε κυβισμό ή σουρεαλισμό. Πάνω από πενήντα από αυτές τις αυθεντικές φιγούρες σώζονται σήμερα και εκτίθενται στο Μουσείο Γιάννη Σκαρίμπα στη Χαλκίδα.

Στο έργο του «Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας»

Ο Σκαρίμπας αποτύπωσε αυτό το πάθος του και στο χαρτί, γράφοντας δύο ανατρεπτικές θεατρικές κωμωδίες για τον μπερντέ, «Ο Καραγκιόζης λαθρέμπορος» και «Ο Καραγκιόζης Γαβγαβγόπουλος».

Τα έργα αυτά εκδόθηκαν μαζί υπό τον τίτλο «Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας» το 1969. Εκεί, ο Καραγκιόζης χρησιμοποιεί τη γνωστή σπαρταριστή και παράλογη γλώσσα του Σκαρίμπα, μετατρέποντας το παραδοσιακό θέατρο σκιών σε ένα μοντέρνο θέατρο του παραλόγου.

Στην ουσία, ο Σκαρίμπας ένιωθε συγγένεια με τον Καραγκιόζη. Ήταν και ο ίδιος μια φιγούρα που αρνιόταν να γίνει καθώς πρέπει, προτιμώντας να κινείται σαν σκιά στο δικό του, χειροποίητο παραμύθι.

Επίλογος

Βέβαια, μέσα σε μια τόσο σύντομη αναφορά σε έναν τόσο μεγάλο και σπουδαίο δημιουργό, δεν μπορούμε να επεκταθούμε στο σύνολο του έργου του και στη φιλοσοφία που το διαπερνά. Παρουσιάσαμε μόνο μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα, γνωστά ή λιγότερο γνωστά στο κοινό που τον αγάπησε, είτε μέσα από την άμεση ανάγνωση των έργων του είτε μέσα από τους ερμηνευτές που τον έκαναν ευρύτερα γνωστό.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε ένα μοναδικό φαινόμενο, μια απόλυτη παραφωνία στα ελληνικά γράμματα, ακριβώς επειδή η τέχνη του δεν ήταν επάγγελμα ή τίτλος τιμής, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της ύπαρξής του, μιας ύπαρξης αντισυμβατικής και ασυμβίβαστης. Αν είχε συμβιβαστεί με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής του, αν είχε τιθασεύσει την ιδιοσυγκρασία του για χάρη μιας συμβατικής γραφής και μιας στρωτής γραμματικής, ο Σκαρίμπας των μεγάλων ανατροπών απλώς δεν θα είχε υπάρξει.

Η δύναμη της πένας του κρυβόταν στην άρνησή του να μπει σε καλούπια. Πήρε την ελληνική γλώσσα, την έσπασε, την ανακάτεψε με το παράλογο, τον σουρεαλισμό και τη λαϊκή σοφία του μπερντέ, χαρίζοντάς μας ένα έργο βαθιά πρωτοπόρο και καινοτόμο.

Άνθρωπος, ποιητής και πεζογράφος υπήρξαν ένα ενιαίο, αδιαίρετο σύνολο, αποδεικνύοντας πως η αληθινή λογοτεχνική μεγαλοσύνη δεν γεννιέται από την τήρηση των κανόνων, αλλά από το θάρρος να παραμένεις ο εαυτός σου, ένας τυφλός που περπατά στα νερά, ακόμη κι όταν όλος ο κόσμος σε λέει τρελό.

Κι αν αναρωτηθώ γιατί αγάπησα τον Σκαρίμπα, θα έλεγα πως ήταν ακριβώς αυτό το ύφος του, η άρνησή του να ακολουθήσει τις καθιερωμένες λογοτεχνικές φόρμες και, πάνω απ’ όλα, η ελευθερία της σκέψης του. Όχι γιατί θεωρώ ότι γράφω όπως ο Σκαρίμπας, για μένα τουλάχιστον θα ήταν μεγάλο θράσος και ιεροσυλία να τολμήσω να το σκεφτώ, αλλά γιατί αναγνωρίζω και εκτιμώ βαθιά την ελευθερία με την οποία υπερασπίστηκε τον δικό του τρόπο έκφρασης.

Θα τολμήσω όμως να πω πως, από πολύ νωρίς, επέλεξα έναν λιτό και άμεσο λόγο, που δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, αλλά αναζητά την αλήθεια του συναισθήματος και την ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτό που με συνδέει μαζί του δεν είναι η ομοιότητα της γραφής μας, αλλά η ανάγκη να γράφει κανείς με τους δικούς του όρους, χωρίς να υποτάσσεται σε έτοιμες φόρμες και σε εξωτερικές επιταγές.

Με αγάπη για την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών

Ελένη Μπάλιου Κλεμμ



Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Κριτική της Παναγιώτας Μπλέτα για το βιβλίο "Στο Ύψος του δρόμου" στο life speed

Η κριτική της Παναγιώτας Μπλετα στο lifespeed 


ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ «ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ» ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΜΠΑΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΛΕΤΑ

Η συλλογή διηγημάτων της Ελένης Μπάλιου αποτελεί μια
μικρή ανθρωπολογία της καθημερινότητας. Έχει χιούμορ,
αυτοσαρκασμό, κοφτερή γλώσσα, τρυφερότητα και μια
κοινωνική πίκρα που δεν κατασκευάζει η ίδια η συγγραφέας,
αλλά ξεπετάγεται μέσα από το μεγεθυντικό φακό της
παρατήρησης. Οι ήρωές της δεν είναι «ήρωες» με τη συμβατική
έννοια. Είναι οι άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά και πολύ
συχνά κάνουμε πως δεν βλέπουμε, ή όντως δεν βλέπουμε.
Εκείνοι που περνούν δίπλα μας χωρίς να διαθέτουν εκείνα τα
κοινωνικά γνωρίσματα που, στερεοτυπικά, θεωρούμε αρκετά
σημαντικά ώστε να απαιτήσουν την προσοχή μας.
Ο τίτλος του «Στο ύψος του δρόμου» είναι ιδιαίτερος και απηχεί
την κεντρική ιδέα του βιβλίου, μάλλον το λόγο για τον οποίο
γράφτηκαν αυτές οι μικρές ιστορίες. Εκεί λοιπόν, στο ύψος του
δρόμου, οι μεγάλες θεωρίες χάνουν την αξία τους. Η κοινωνία
παύει να είναι μια αφηρημένη έννοια και η ανθρωπιά μια λέξη
που μπορούμε εύκολα να οικειοποιηθούμε. Γίνεται η γυναίκα
που μαζεύει γόπες, ο άστεγος, η ηλικιωμένη που ταΐζει
αδέσποτα, ο άνθρωπος που πενθεί, εκείνος που πεινά, κάποιος
που συμπεριφέρεται με έναν τρόπο που δεν καταλαβαίνουμε.
Γίνεται ο πραγματικός άνθρωπος, όχι αυτός που έχει φτιάξει η
προκατασκευασμένη κοινωνική μας αντίληψη.
Και εκεί αρχίζει το δύσκολο ζήτημα της ευθύνης.
Γιατί συχνά κρίνουμε εκ του ασφαλούς χωρίς καν να το

συνειδητοποιούμε. Μιλάμε για επιλογές ζωής όταν δεν έχουμε
γνωρίσει την απελπισία. Μιλάμε για σωστή διαχείριση όταν δεν
έχουμε μείνει χωρίς χρήματα. Μιλάμε για αξιοπρέπεια όταν δεν
χρειάστηκε ποτέ να επιλέξουμε ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και
την επιβίωση. Μιλάμε για ψυχραιμία όταν δεν βρεθήκαμε ποτέ
πραγματικά τρομαγμένοι και μόνοι. Μιλάμε για δύναμη όταν
δεν μας έχει ακόμη γονατίσει κάποια απώλεια.

Και τότε η εύκολη κρίση ενδύεται το μανδύα της αλαζονείας της
άγνοιας.
Δεν γνωρίζουμε, αλλά κρίνουμε. Δεν έχουμε βιωματική
εμπειρία, αλλά επεξηγούμε. Δεν πονέσαμε, αλλά κουνάμε το
δάχτυλο τι θα έπρεπε να είχε κάνει εκείνος που πόνεσε. Από το
θερμοκήπιο της δικής μας ζωής είναι εύκολο να
κατασκευάζουμε κανόνες για τις ζωές των άλλων.
Το «Κορίτσι που μάζευε γόπες» το κάνει αυτό ιδιαίτερα
αισθητό. Η Μπάλιου δεν βλέπει απλώς τη φτώχεια της άλλης
γυναίκας· αναμετριέται και με τη δική της ανάγκη να μη
φαίνεται φτωχή, εκτιθέμενη σε μια κοινωνία που έχει μάθει να
συνδέει την εμφάνιση με την αξία του ανθρώπου. Το ερώτημα
επομένως δεν είναι μόνο αν συμπονούμε τον φτωχό. Είναι αν
αντιλαμβανόμαστε και τους μηχανισμούς μέσα από τους
οποίους μαθαίνουμε να τον κοιτάζουμε, να τον
κατηγοριοποιούμε.
Κάπως έτσι λειτουργεί και η ιστορία με την τυρόπιτα. Η
συγγραφέας ενοχλείται από μια συμπεριφορά που δεν
καταλαβαίνει αρχικά, βασανίζει όμως το μυαλό της στην
πορεία, μέχρι που βρίσκεται απέναντι σε μια διαπίστωση που
ίσως συνοψίζει τους ηθικούς προβληματισμούς του βιβλίου:
ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι βάρος κουβαλάει ένας άνθρωπος
που δεν συμπεριφέρεται με τον τρόπο που εσύ συμπεριφέρεσαι
ή αναγνωρίζεις.
Αυτό το «δεν μπορείς να ξέρεις» έχει για μένα ιδιαίτερη
σημασία.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψουμε να κρίνουμε οποιαδήποτε
πράξη ή ότι όλες οι συμπεριφορές δικαιολογούνται. Σημαίνει
κάτι βαθύτερο και δυσκολότερο: να αποκτήσουμε επίγνωση των
ορίων της γνώσης μας. Να αφήνουμε ένα μικρό περιθώριο
ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που νομίζουμε ότι
καταλαβαίνουμε για τον άλλον.

Ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ύπουλες μορφές κοινωνικού
εφησυχασμού. Όσο ορισμένα προβλήματα δεν έχουν χτυπήσει
ακόμη τη δική μας πόρτα, είναι εύκολο να τα αντιμετωπίζουμε
σαν να αφορούν έναν άλλον κόσμο που δεν συμμορφώνεται με
τα κοινωνικά πρότυπα. Η φτώχεια είναι αδιόρατη, είναι «κάπου
αλλού». Η ανεργία χτυπά εκείνον που δεν προσπάθησε αρκετά.
Η μοναξιά είναι προσωπική αδυναμία. Η αστεγία γίνεται εικόνα
στο πεζοδρόμιο. Η ψυχική εξάντληση βαφτίζεται αδυναμία ή
υπερβολή. Το γήρας είναι κάτι που αφορά τους ηλικιωμένους,
μέχρι να αρχίσει να αφορά εμάς και ούτω καθεξής.
Έτσι γεννιέται μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση: ότι επειδή δεν μας
συνέβη κάτι πολύ κακό, κατά κάποιον τρόπο είμαστε στο
απυρόβλητο ή, ακόμη χειρότερα, ότι δικαιούμαστε να
απολαμβάνουμε την ασυλία της ζωής ως απόδειξη της φυσικής
μας «ανωτερότητας», σοφίας, σύνεσης ή των προσωπικών μας
ικανοτήτων.
Όμως πολλές φορές η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που
κοιτάζει έναν άνθρωπο στον δρόμο και σε εκείνον που
βρίσκεται όντως στον δρόμο είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο
νομίζουμε. Μια ασθένεια, μια οικονομική κατάρρευση, μια
απώλεια, μια σειρά λανθασμένων αποφάσεων ή απλώς μια
συγκυρία μπορούν να μετακινήσουν έναν άνθρωπο από τη θέση
του παρατηρητή ακριβώς στο ύψος του δρόμου, στη θέση των
πρωταγωνιστών των ιστοριών της συγγραφέα.
Και τότε γίνεται κάτι μαγικό ο κόσμος αλλάζει…
Όχι επειδή άλλαξαν τα γεγονότα, αλλά επειδή για πρώτη φορά
αρχίζουν να μας αφορούν προσωπικά.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ευθύνη αρχίζει πολύ πριν από την πράξη
της βοήθειας. Αρχίζει από το βλέμμα μας. Από την προσπάθεια
να μην κάνουμε την προσωπική μας ασφάλεια μέτρο της αξίας
των άλλων. Από την παραδοχή: ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε
τα πάντα για τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.

Το βιβλίο είναι ριζοσπαστικά αυτογνωσιακό. Η Ελένη Μπάλιου
δεν παρουσιάζεται ως φορέας κάποιας αδιαμφισβήτητης ηθικής
ανωτερότητας, αλλά ως ο έτερος εαυτός μας που ενοχλείται,
φοβάται, προκαταλαμβάνεται, πανικοβάλλεται, κάνει λάθη και
μετά να επιστρέφει στη συνείδηση του. Αυτή η επιστροφή είναι
πολύ σημαντική γιατί αναδεικνύει την ανάγκη της συνείδησης
να δίνει καθημερινά τη μάχη της, επειδή τίποτε δεν κατακτιέται
εφάπαξ.
Αυτή η σκέψη βρίσκεται πολύ κοντά και στη δική μου αντίληψη
για την ανθρώπινη ευθύνη. Η καθαρή συνείδηση δεν είναι
τίτλος που αποκτά κάποιος και τον κουβαλάει εφ’ όρου ζωής,
ως ηθικό πιστοποιητικό φρονημάτων. Δεν υπάρχει στιγμή κατά
την οποία μπορούμε να πούμε ότι τελειώσαμε με τις
προκαταλήψεις μας, με την αλαζονεία μας, με την τάση μας να
βολευόμαστε μέσα στις πεποιθήσεις και τις βεβαιότητές μας. Η
άσκηση της συνείδησης είναι μια αδιάκοπη διεργασία εξέλιξης
της ανθρωπιάς μας.
Η συνείδηση χρειάζεται άσκηση ακριβώς επειδή ο
εφησυχασμός είναι εύκολος.
Εύκολο είναι να θεωρούμε τον εαυτό μας δίκαιο επειδή δεν
δοκιμαστήκαμε να πληρώσουμε το κόστος της δικαιοσύνης.
Ανθρωπιστή επειδή οι άνθρωποι που υπερασπιζόμαστε
βρίσκονται σε ασφαλή απόσταση από εμάς. Αλληλέγγυο επειδή
η αλληλεγγύη δεν απαίτησε ακόμη να παραχωρήσουμε ή να
μοιραστούμε κάτι από τα δικά μας κεκτημένα. Ανεκτικό επειδή
η διαφορετικότητα δεν εισέβαλε ποτέ στον δικό μας προσωπικό
χώρο και τον αναστάτωσε.
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν βιώνουμε το κόστος να
υπηρετούμε τις αξίες μας.
Όταν ο άλλος δεν είναι εύκολος. Όταν μας καθυστερεί. Όταν
μας ενοχλεί. Όταν μυρίζει άσχημα. Όταν μιλά παράξενα. Όταν
ζητά περισσότερο απ’ όσα έχουμε διάθεση να δώσουμε. Όταν
δεν μας ευχαριστεί. Όταν δεν χωρά στον καθρέφτη του «άξιου»

ανθρώπου που έχουμε κατασκευάσει, για να κοιταζόμαστε μέσα
του και να αισθανόμαστε ικανοί.
Εκεί ακριβώς αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, η ηθική.
Όχι στην αγάπη προς έναν αφηρημένο «συνάνθρωπο», αλλά
στην προσπάθεια να μην αφαιρέσουμε την ανθρώπινη
υπόσταση από εκείνον που δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε.
Το δύσκολο δεν είναι να πιστεύουμε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν
αξιοπρέπεια. Το δύσκολο είναι να συνεχίζουμε να βλέπουμε
αυτή την αξιοπρέπεια τη στιγμή ακριβώς που ο άλλος δοκιμάζει
τα όριά μας.
Το «Εγώ κι ο φίλος μου» μας μεταφέρει αυτή την αίσθηση
σχεδόν στο κορμί μας. Η πείνα, η βροχή, το κρύο, η αναζήτηση
φαγητού και η καχυποψία απέναντι στους ανθρώπους από έναν
αδέσποτο σκύλο, που κοιτάζει τα τραπέζια, περιμένει αποφάγια,
διώχνεται και φοβάται μήπως κάποιος τον πιάσει και του βάλει
λουρί. Ο «φίλος» του είναι ένας άστεγος άνθρωπος. Ο άστεγος
φροντίζει τον σκύλο όσο μπορεί και ο σκύλος επιστρέφει σ’
εκείνον όταν βρίσκει φαγητό ή όταν θέλει να ζεσταθεί κάτω από
την κουβέρτα του. Μια ιστορία για δύο περιθωριοποιημένα
πλάσματα που, μέσα στην εγκατάλειψη, είχαν δημιουργήσει μια
μικρή κοινότητα δύο υπάρξεων. Η κοινωνία τους βλέπει ως
«αδέσποτο» και «άστεγο». Ο ένας όμως για τον άλλον δεν είναι
κατηγορία. Είναι φίλος.
Και εδώ βρίσκεται, νομίζω, το ηθικό απόσταγμα της ιστορίας: η
αξιοπρέπεια του ανθρώπου δεν αρχίζει όταν γίνεται αποδεκτός
από τα δικά μας αισθητικά ή κοινωνικά μέτρα. Προϋπάρχει της
δικής μας αποδοχής.
Ίσως λοιπόν το βαθύτερο ερώτημα του βιβλίου να μην είναι
απλώς αν είμαστε συμπονετικοί.
Είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψουμε τη
βεβαιότητα ότι τα ξέρουμε όλα.

Αν μπορούμε να αντισταθούμε στην ευκολία με την οποία
εξηγούμε τη δυστυχία των άλλων. Αν καταλαβαίνουμε ότι η
τύχη, οι κοινωνικές συνθήκες, η οικογένεια στην οποία
γεννηθήκαμε, οι ευκαιρίες που μας δόθηκαν ή δεν μας δόθηκαν,
ακόμη και οι άνθρωποι που βρέθηκαν τυχαία στον δρόμο μας,
έχουν παίξει μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μας απ’ όσο συχνά
θέλουμε να παραδεχτούμε.
Γιατί η αλαζονεία αρχίζει συχνά τη στιγμή που μετατρέπουμε
την καλή μας τύχη σε προσωπική αρετή και τη δυστυχία του
άλλου σε προσωπικό του ελάττωμα.
Και τότε το «ύψος του δρόμου» αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Γιατί μας καλεί να κατέβουμε από το ύψος της κρίσης στο ύψος
του ανθρώπου.
Εκεί όπου κανείς δεν είναι απλώς «ο άστεγος», «η φτωχή», «η
παράξενη», «η γριά», «ο μετανάστης», «ο αποτυχημένος». Είναι
ένας άνθρωπος με μια διαδρομή που δεν γνωρίζουμε ολόκληρη.
Αυτό δεν μας απαλλάσσει από την κρίση. Μας φορτώνει όμως
με κάτι πολύ πιο απαιτητικό: την ευθύνη να κρίνουμε
γνωρίζοντας ότι δεν γνωρίζουμε τα πάντα.
Πριν επιχειρήσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο από ψηλά,
χρειάζεται να μάθουμε να τον κοιτάζουμε από το ύψος του
δρόμου. Και ίσως, ακόμη περισσότερο, να κατεβούμε κι εμείς
εκεί.
Γιατί η ανθρωπιά μας δεν κρίνεται από όσα πιστεύουμε για τους
άλλους όταν είμαστε ασφαλείς.
Κρίνεται όταν οι άλλοι, με όλο το βάρος της πραγματικής τους
διαδρομής, έρχονται και μας χτυπούν την πόρτα.
Η Ελένη Μπάλιου έχει μια σπάνια δεξιότητα να πλησιάζει τα
δύσκολα χωρίς να τα εξωραΐζει και χωρίς να αποστρέφει το
βλέμμα. Γράφει για όσα πολλοί αποφεύγουν, όχι επειδή δεν τα
βλέπουν, αλλά επειδή δεν έχουν πάντοτε το σθένος να τα πουν.

Και το σημαντικότερο είναι ότι δεν το κάνει από ασφαλή
απόσταση. Εκθέτει και τον εαυτό της. Παραδέχεται την
ενόχληση, την προκατάληψη, τον φόβο, την αμηχανία, τις
στιγμές όπου και η ίδια δεν στάθηκε στο ύψος των αξιών που θα
ήθελε να υπηρετεί. Δεν φοβάται μήπως κριθεί μέσα από όσα
ομολογεί. Αντίθετα, μοιάζει να γνωρίζει ότι η αυθεντική γραφή
αρχίζει ακριβώς εκεί όπου ο συγγραφέας παύει να προστατεύει
την δημόσια εικόνα του. Και ακριβώς αυτή η αυτοέκθεση
προσδίδει στη γραφή της μια σπάνια εντιμότητα. Γιατί όταν ο
συγγραφέας τολμά να εκθέσει και τη δική του ανθρώπινη
αδυναμία, παύει να δείχνει με το δάχτυλο τον αναγνώστη. Τον
πιάνει από το χέρι και στέκεται δίπλα του. Και τότε η
προσωπική εμπειρία μετατρέπεται σε μοίρασμα, σε
εξομολόγηση, σε κάθαρση, σε βαθιά κατανόηση και τελικά σε
ένα βήμα παρακάτω.

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

12.10.2026

Η κριτική της Χρύσας Νικολάκη στο TexnesOnline, για το βιλίο "Στο ύψος του δρόμου" Της Ελένης Μπάλιου Κλεμμ.

Κριτική Χρύσας Νικολάκη για το βιβλίο "Στο ύψος του δρόμου" της Ελένης Μπάλιου 


Στο Ύψος του Δρόμου
Συγγραφέας: Ελένη Μπάλιου-Klemm
Ημερομηνία έκδοσης: 09/2026
ISBN: 978-960-571-781-0
Σελίδες: 110

Εκδόσεις: Bookstars - Γιωγγαράς




«Στο ύψος του δρόμου» ονομάζεται το νέο βιβλίο της Ελένης Κλεμμ Μπάλιου. Από την τιτλολογία της θεματολογίας καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο όπου ο άνθρωπος και η θέση του στον κόσμο κατέχει τον κεντρικό ρόλο.

Η Ελένη παίρνει θέση ενάντια στην αδικία, πότε γίνεται αλεπού και πότε λιοντάρι, χτίζει αναχώματα όσο βρίσκει ήλιο. Εγρηγορεί για να μην μνημονεύει. Επιλέγει να είναι Προμηθέας και όχι Επιμηθέας στη ζωή. Παρατηρεί τον κόσμο ως βούληση και παράσταση και διδάσκει ότι η καλοσύνη πρέπει να είναι η επιλογή μας.

Ο Γκάντι έλεγε πως «η μεγαλύτερη νίκη είναι να αλλάζεις τον κόσμο χωρίς να χάνεις την ανθρωπιά σου». Ακούμε τη φωνή του να ζωντανεύει όταν η Μπάλιου γράφει το δικό της δρόμο, τη δική της ιστορία για όσους δεν μπόρεσαν να ορθώσουν το δικό τους ανάστημα. Η Ελένη γράφει για όσους «πέρασαν πέρα από τη μάντρα του τουβλάδικου», όπως θα ’λεγε ο Ρίτσος. Γράφει για όλους τους ανήμπορους, για όλους τους παραστρατημένους, για όλους τους απόστρατους της ζωής. Η Ελένη γράφει το δικό της «Ειρηνιστή της μη βιας», δείχνοντας ότι αυτό που ηγεμονεύει δεν πρέπει να είναι η δύναμη της εξουσίας αλλά η καλοσύνη της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, ένα χαμόγελο μου μένει χαραγμένο κάθε φορά που σκέφτομαι τη συγκεκριμένη συγγραφέα.

Το βιβλίο αυτό δεν με κέρδισε για την προσπάθειά του να βρει απλά τη λογοτεχνία μέσα στην καθημερινότητα. Αντιθέτως με κέρδισε σε όλα όσα μοιάζουν στους περισσότερους από εμάς ασήμαντα. Διαβάζοντας την Ελένη Μπάλιου σκέφτηκα τον Παπαδιαμάντη. Όχι επειδή υπάρχει γλωσσική η υφολογική ομοιότητα, αλλά γιατί και εκείνος μπορούσε να φωτίσει τους απλούς ανθρώπους και να ανακαλύπτει μες την καθημερινότητά τους την βαθύτερη τους αλήθεια. Σκέφτηκα τον Βιζυηνό για τον τρόπο που η μικρή προσωπική ιστορία ανοίγει δρόμο προς τη μνήμη, την απώλεια και την ανθρώπινη ψυχή. Σκέφτηκα την Ιωάννα Καρυστιάνη ως συγγένεια στη ματιά. Για την ικανότητα δηλαδή που έχει η Ελένη Μπάλιου να παρατηρεί τον άνθρωπο μέσα στη σχέσεις του, στη σιωπές του και στις αντιφάσεις του. Φυσικά η Μπάλιου έχει τη δική της μοναδική φωνή. Που μπορεί καρτερικά να αλλάζει υφολογία ανάλογα με τις περιστάσεις και τις επιταγές της πραγματικότητας. Η φωνή της Μπάλιου στο βιβλίο είναι όπως και σε όλα της τα συγγράμματα αυθεντική και εύπλαστη.

Κινείται περισσότερο μέσα στο στιγμιότυπο, σε εκείνο το τυχαίο περιστατικό στον άνθρωπο που μπορεί να συναντήσει κανείς το δρόμο του και να μη μάθει ποτέ την ιστορία του. Μάλλον γι’ αυτό ο τίτλος του βιβλίου είναι τόσο εύστοχος. Γιατί η Μπάλιου ξέρει πώς η ζωή δεν βρίσκεται ψηλά και μακριά αλλά δίπλα μας. Στο ύψος του δρόμου. Προσωπικά θεωρώ ότι η μοναδικότητα της συγγραφέως να γράφει με ανθρωπιά, αλληγορία, ποιητικότητα και εσωστρέφεια είναι αυτή που καθηλώνει την πεζογραφία της. Από ένα τριμερές διήγημα όπως είναι το λεγόμενο «Η τυρόπιτα», η συγγραφέας αποδεικνύει ότι μπορεί να μετατρέψει το καθημερινό σε λογοτεχνικό γεγονός και αυτό είναι που την καθιερώνει ως ιδιαίτερα σημαντική πεζογράφο στα ελληνικά γράμματα. Ότι δηλαδή μπορεί ένα ασήμαντο γεγονός να γίνει μία μικρή πόρτα προς την ανθρώπινη ψυχή και η Ελένη Μπάλιου αυτή την πόρτα θαρραλέα την ανοίγει. Ήσυχα και ανθρώπινα, στο ύψος του δρόμου.

Φιλοσοφικά μιλώντας ο «δρόμος» της Μπάλιου μπορεί να ιδωθεί ως χώρος υπαρξιακής και ανθρωπολογικής παρατήρησης, όπου η καθημερινότητα, οι μικρές χειρονομίες και οι ανεπαίσθητες ρωγμές της ανθρώπινης επικοινωνίας αποκαλύπτουν το βάθος της ανθρώπινης συνθήκης. Το ασήμαντο αποκτά φιλοσοφική βαρύτητα, καθώς γίνεται πεδίο συνάντησης με τον «Άλλο», τη μοναξιά, τη μνήμη και την ανάγκη για επικοινωνία.

Εάν ο Αλμπέρ Καμύ αναζητά την ελευθερία μέσα από την αποδοχή του παραλόγου και τη συνέχιση του αγώνα, η γραφή της Μπάλιου μας οδηγεί στην αναζήτηση του νοήματος μέσα στην ίδια τη βιωμένη εμπειρία. (Η σύνδεση αυτή με τον Καμύ αποτελεί δική μου ερμηνευτική προσέγγιση.) Γιατί το νόημα δεν βρίσκεται πάντα σε μεγάλες απαντήσεις, αλλά στην ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε την ανθρώπινη αλήθεια εκεί όπου η ζωή εκτυλίσσεται, στο ύψος του δρόμου. Και η Ελένη Μπάλιου αποδεικνύει ότι ξέρει να ανταποκρίνεται στο ύψος των περιστάσεων. Στο ύψος της λογοτεχνικής ακμαιότητας .


Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΤΖΟΚΑ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟ ΒΑΛΣ"


 Το εξαιρετικό βιβλίο του φίλου, λογοτέχνη, ιστορικού Σπύρου Tζόκα "Αταίραστο Βαλς", παρουσιάζουμε την Κυριακή στις 15 Φεβρουαρίου και ώρα 7:30 στον Αυτοδιαχειριζόμενο πολιτιστικό  χώρο "Καλλίπολις" Στον Άγιο Δημήτριο Αττικής. 

Από την ομάδα βιβλίου του "Καλλίπολις", η πρόσκληση για την εκδήλωση: "Την Κυριακή στις 15/2, 7.30 μ.μ. η ομάδα βιβλίου Καλλίπολις με τον συγγραφέα, Σπύρο Τζοκα θα συζητήσει για ένα Βαλς, δύο διαφορετικών ανθρώπων, κόσμων... Ένα αταίριαστο βαλς. Τα βήματα τους αταίριαστα.... Στο νέο βιβλίο του Σπύρου Τζόκα, ξετυλίγονται συγκρούσεις, ιστορικά γεγονότα παλαιάς και νέας εποχής...από τους Λαμπράκηδες, την αποστασία του 1965 έως τη σύγχρονη... κρίση!"

Όλοι οι φίλοι, ευπρόσδεκτοι. 

Η οδός του "Καλλίπολις" 

Ιωαννίνων 25 Άγιος Δημήτριος

200 μέτρα από το μετρό Ηλιούπολης. 




Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

ΑΜΟΡ ΦΑΤΙ- Βασίλης Ντιλιάς / Pink Floyd - Hey You





ΑΜΟΡ ΦΑΤΙ


Περιπλανιέμαι στο κενό

σαν τη νιφάδα του χιονιού που στροβιλίζεται

στ' αγέρα τις θωπείες

Ένας σύγχρονος άνθρωπος

Ευνούχος εξ αγχιστείας

Αποκομμένος απ' τη θάλπη ενός πυρίσπορου θεού

Αν είχαν τα σπίτια τα παλιά φωνή

κι αυτός ο τόπος που έλαχε να σε κληρονομήσει

Μια κούφια ώρα, την ώρα της αφύπνισης

Θα εκμυστηρεύονταν

πως εκπορεύεται το φως το ανέσπερο

Θα ψιθύριζαν

πως χρωματίζουν οι ουράνιες μανιέρες

το ανέλπιστο, το θαύμα

Θα αναφλέγονταν

πάνω στον λευκό καμβά της απροσδιοριστίας

Κομμάτια από αστρόσκονη στα βάθη του αιώνα

Μια στάλα αγάπη

πλέρια ευγνωμοσύνη

μα πιότερο εμπιστοσύνη

στου κόσμου την απέθαντη ροή

Περιπλανιέμαι σαν το νερό

Απομακρύνομαι απ' αυτό που δεν είμαι πια

και πλησιάζω πιο κοντά σ' αυτό που δεν ξέρω ακόμα

Μεγάλος είναι ο κόσμος και δεν μπορώ να βρω το

στίγμα μου.




ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ



Μόλις η ανοχή διαρραγεί

Όμοια σε έκρηξη ηφαιστείου

Αδράχνει πρώτα η ορμή

να πάλλεται στα στήθια

Κατόπιν με το σύμφωνο το συριχτό

στις σάλπιγγες τρυπώνει

Φόβος ομού και αγερμός

Θεριεύει το γινάτι

Βρώμικες νότες το τραγούδι μας

Λάβα ξερνάει απ' τα κατάστιχα

Το αίμα ρέει πύρινο

Απλώνει παραπέτασμα στάχτες κι αποκαΐδια

Κι όλη η στέρφα αιτιότητα

Ραμμένη στα μανίκια

Ζόφος, αστάθμητη πετριά

Λαός και Κολωνάκι

Τι κι αν ματώσαμε στα μάτια μιας Ελένης;

Θανατικό και προσφυγιά τα ερείσματα του μύθου

Τι κι αν απλώσαμε τη λευτεριά στο κούτελο μιας

ιδέας;

Ακόμα κρατάει ο διχασμός

Λάθρα του άστρου επιτολή

Ανέλπιστα αριστεία

Κληρονομιά, του γένους καταπίστευμα

Η λύση σολομώντεια

Εκούσια συναρμογή στην τέχνη της ραστώνης

Μέρες κυνάδες πού 'ρχονται

Κάλλιο θεοί με το στανιό

Παρά ρακοσυλλέκτες

Μονάχοι μας στον πηγαιμό,

μα στο φευγιό μακρύτερα κι όλοι μαζί αντάμα!



ΣΥΝΟΨΙΣ


Το λες ζωή

αυτό το μόρφωμα υψικαμίνου, που

ρέει ακατάπαυστα

σαν μια συνάρτηση εγκεφαλικών αγκιστρώσεων,

ανάμεσα σε βαρυτικές καμπυλώσεις

στρεβλώνοντας κβαντικούς ενεστώτες,

το λες πάλι ταξίδι

αυτό το αρμένισμα ονειροπόλου, που

αιθεροβατεί απροσδιόριστα

σαν δελφικός χρησμός

ανάμεσα σε νηματοειδείς απολήξεις αντιφάσεων

εξευμενίζοντας συμπαντικές δονήσεις

Μαθές

το ιώδες του υακίνθου

διελκυστίνδα

αφηγημάτων και υπεραναλύσεων

στην εντροπία των καφενείων.





ΑΠΟΛΙΣ



Η πόλις εν κρυπτώ

Ο κώδικας προσαρμογής

σαν απαρέσκεια οξύνει τις προθέσεις

Η σύγκληση, ορχήστρα ασυγχρόνιστη,

σαν σύρσιμο του μαχαιριού στα μάρμαρα της λήθης

Και τι να κάνεις με τις τύψεις μέρες αλκυονίδες;

Άμα σκορπίσεις πιο γρήγορα

από τα όνειρα που βλέπουν στον ακάλυπτο

Κι όταν καμπυλώνουν οι άξονες των επιθυμιών

όπως τα σύννεφα περνούν και χάνονται

Τότε είναι που - ελαχίστοις αρκούμενος -

αναθαρρείς μπροστά στην έλλειψη πολικότητας των

κύκλων

Κι ο πόνος γίνεται σοφία.



Εκδόσεις ΑΤΡΕΙΔΩΝ ΚΥΚΛΟΣ www.atreidonkyklos.gr


Για το soundforwords Ελένη Μπάλιου https://herinna2.blogspot.com/p/blog-page.html