"Η ελεύθερη ψυχή είναι σπάνια, αλλά όταν τη συναντήσεις την αναγνωρίζεις. Κι αυτό, γιατί αισθάνεται όμορφα, πολύ όμορφα όταν είσαι κοντά της ή μαζί της"
C.B

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Ενδιάμεσο, Charls Bukowskι οι μολότοφ της γλώσσας.

Μια λέξη από μόνη της, μπορεί να μην προκαλεί το ρυθμό μέσα μας ή τη μουσική που ασυναίσθητα περνάει από την όραση στη σκέψη μας κι από εκεί στ' αυτιά μας.  Μια επαναλαμβανόμενη λέξη όμως, μπορεί να το κάνει. Το ίδιο και μια πρόταση. Ή μια παύση. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι λοιπόν η επιλογή λέξεων ποιητικών, τραγουδιστικών, ονειρικών, που μας παραπαπέμπτουν στα λυρικά κείμενα, αλλά η ύπαρξη η μη της μουσικότητας που διέπει το όλο κείμενο.

Διαβάζοντας χθες βράδυ τον Τσαρλς Μπουκόφκι, χαμογελούσα στη σκέψη ότι κάποιος θα απορούσε πως είναι δυνατόν να τον επιλέξω, μέσα από μια σειρά γραπτά του του πεζού λόγου, διηγήματα, (αφήνω την ποίηση του απέξω) με τέτοιο χύμα τρόπο που γράφει, με τόση αθυροστομία και τόση αδιαφορία για την επιλογή εύηχων λέξεων, που ειδικά οι άνθρωποι της γενιάς του, είχαν την μανία να ψάχνουν.

 Η πρόκληση εδώ είναι φανερή και η απάντηση πολύ απλή. Σε ότι αφορά τις προτιμήσεις μου, αν δεν υπήρχε μουσικότητα, ηχητική αρμονία αν θες, στα κείμενα του Μπουκόφσκι, δεν υπήρχε περίπτωση να τον αγαπήσω. Το γεγονός ότι οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι σαν μικρές μολότοφ που σκάνε πάνω στον ψεύτικο κόσμο του καθωσπρεπισμού, δεν τις κάνει λιγότερο μουσικές, θα βρούμε μάλιστα στο κείμενο που ακολουθεί έναν καταπληκτικό μουσικό θέμα με αρχή, μέση, παύσεις, σόλο μουσικά όργανα και επαναφορά. Ένα κανονικό κρεσέντο στην κλιμακούμενη παράνοια και την περιφρόνηση του ήρωα.
Σε ένα επόμενο ποστ μου, θα σας αναφέρω παραδείγματα συγγραφέων που δεν κατάφεραν να με κερδίσουν παρά τα λαμπρά ονοματά τους και την διεθνή τους αναγνώριση.

Επειδή μελετώ το έργο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου αυτές τις μέρες. Έχω 4-5 βιβλία ακόμα να τελειώσω κι ένα κείμενο κατόπιν που θα προσπαθήσει να παρακολουθήσει τη δουλειά του μέσα στο χρόνο, και την εξαρχής ευχέρειά του στους οξείς, Ντραμ και πιατίνια ήχους της γραφής του, σας παραθέτω ένα κείμενο του Μπουκόφσκ, ως ενδιάμεσο, για να το δείτε από τη ρυθμική-μουσική του πλευρά, ή τουλάχιστον να προσπαθήσετε.
Λεω "προσπαθήσετε" γιατί ίσως χρειαστεί παραπάνω από μία ανάγνωση, για να μπει κανείς μέσα στο χορό της λέξης του, επειδή πρόκειται συχνά πυκνά και για μια γλώσσα σκληρή, απαλλαγμένη από σεμνότυφα σύνδρομα, ωμή, "αντιλογοτεχνική" αλλά με έναν Μπουκοφσκικικό τρόπο, μαγική.
Από το βιβλίο του "Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας"

"Το Ξεχειλωμένο Μουνάκι κυκλοφόρησε στα πέντε επόμενα τεύχη με τίτλους του είδους : ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ". "Ω ΠΟΣΟ ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ". "ΑΓΑΠΑΤΕ, ΑΓΑΠΑΤΕ ΑΓΑΠΑΤΕ, ΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ"
θά' πρεπε. Είχαν τον κατάλογό του.
Ένα βράδυ ο Τζένσεν κι ο Τζο βγήκαν μαζί για φαγητό. Ο τζο μου είπε μετά ότι όλα ήταν "εντάξει". Δεν ξέρω ποιος πήδηξε ποιον, ή τί έγινε κάτω απ' το τραπέζι. Και δε μ' ένοιαζε.
Γρήγορα ανακάλυψα πως με διάβαζε κι άλλος κόσμος εκτός απ' τα παιδιά με τα μούσια και τις χάντρες.
Στο Λος Άντζελες, υψώνεται γυάλινο το καινούριο Ομοσπονδιακό Κτήριο, παρανοϊκό και μοντέρνο, με τις καφκικές σειρές δωματίων καθένα παραδομένο σε μια προσωπική παράλογη μαλακία. Τα πάντα ζουν σε βάρος των πάντων και θεριεύουν με την ίδια ζεστασιά και αδεξιότητα του σκουληκιού μέσα στο μήλο. Πλήρωσα τα σαράντα πέντε σεντς την ώρα για παρκάρισμα, ή μάλλον μου έδωσαν ένα εισιτηριο γι' αυτό το ποσό και μπήκα στο Ομοσπονιδακό Κτήριο με την είσοδο στολισμένη με τοιχογραφίες, που θα μπρούσε να είχε φτιάξει ο ίδιος ο Ντιέγκο Ριβέρα αν του αφαιρούσαν τα εννιά δέκατα της ευαισθησίας του.
Χαμογελαστοί αμερικανοί ναύτες και ινδιάνοι και στρατιώτες που προσπαθούσαν να φαίνονται μεγαλοπρεπείς μες στα φτηνά κίτρινα, σαπισμένα πράσινα και κατουρημένα μπλε.

Με είχαν καλέσει από το τμήμα προσωπικού. ήξερα ότι δεν ήταν για την προαγωγή μου. Πήραν το γράμμα και μ' άφησαν να περιμένω σαράντα πέντε λεπτά για να με κάνουνε να νιώσω σκατά. Μέρος της παλιάς γνωστής ρουτίνας.  "Εσύ έχεις σκατά στα άντερά σου, ενώ εμείς δεν έχουμε". Ευτυχώς λόγω προηγούμενης εμπειρίας τα βρήκα μόνος μου, προσπαθώντας να φανταστώ τις γυναίκες που περνούσαν από μπροστά μου στο κρεβάτι με τα πόδια ψηλά, με το πράγμα μου στο στόμα τους. Γρήγορα αισθάνθηκα κάτι πελώριο ανάμεσα στα πόδια μου - τουλάχιστον πελώριο για τα δικά μου δεδομένα- κι ήμουν αναγκασμένος να κοιτώ το πάτωμα.
Τελικά ήρθε και με φώναξε μια πολύ μαύρη, καλοντυμένη λεπτή κι ευχάριστη νέγρα γραμματέας, Πολύ  αξιοπρεπής και κάπως ζωντανή ακόμα, που το χαμόγελό της έδειχνε ότι ήξερε πως θα με λιώνανε, αλλά υπαινισσόταν κιόλας ότι δεν θά'χε αντίρρηση να με ψιλοκατουρήσει κι αυτή. Κάπως ευκόλυνε τα πράγματα. Όχι πως είχε μεγάλη σημασία.
Πέρασα μέσα.
"Καθίστε"
Άνθρωπος πίσω από το γραφείο.  η ίδια παλιά γνωστή ιστορία. Κάθισα.
"Ο κύριος Μπουκόφσκι;
-Ναι"
Μού' πε τ' όνομά του. Δε μ' ενδιάφερε καθόλου.
 Έγειρε πίσω. Με κοίταξε απ' την πολθρόνα του.
Είμαι βέβαιος ότι περίμενε κάποιον νεώτερο, ωραιότερο, πιο φανταχτερό, κάποιον που να δείχνει πιο έξυπνος, πιο καταφερτζής...Κι εγώ ήμουνα γέρος, κουρασμένος, αδιάφορος. Είχε γκρίζα μαλλιά κι έδειχνε τύπος αρχοντικός, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Εννοώ, ότι ποτέ δεν έσκυψε να βγάλει μ' ένα ραβδί παντζάρια απ' το χώμα ανάμεσα σ 'ενα τσούρμο βρεγμένους σκύλους*, ούτε βρέθηκε στη χαβούζα της φυλακής με τους μεθυσμένους δεκαπέντε, είκοσι φορές.
 Ποτέ δεν μάζεψε λεμόνια στις έξι το πρωί, χωρίς πουκάμισο, γιατί ήξερε ότι η θερμοκρασία θά' φτανε στους εκατόν δέκα το μεσημέρι. Οι φτωχοί γνωρίζουν το νόημα της ζωής.
Οι πλούσιοι πρέπει να το μαντεύουν.
Και τότε, μού' ρθαν στο νου οι Κινέζοι. Περίεργο ε; Η Ρωσία έχει μαλακώσει, ίσως μόνο οι κινέζοι να καταλαβαίνουν, τώρα που ξεκινούν απ' την αρχή, αηδιασμένοι απ' τα σκατά. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν ήμουν πολιτικοποιημένος. Τελικά όλους τους γαμάει η Ιστορία. Εμένα μ' έχει ξεσκίσει ο Χρόνος -διαλυμένος, τσακισμένος, τίποτα δεν μου απόμεινε.
"Ο κύριος Μπουκόφσκι;"
"Ναι"
"Ε, λοιπόν, ε...κάποιος μας πληροφόρησε..."
"Ναι. Συνέχισε"
"..ότι δεν είστε παντρεμένος με τη μητέρα του παιδιού σας".
Τον φαντάστηκα να στολίζει το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μ' ένα ποτό στο χέρι.
"Είναι αλήθεια. Δεν είμαι παντρεμένος με τη μητέρα του τετράχρονου παιδιού μου"
"Πληρώνετε για τη διατροφή του παιδιού;"
"Ναι"
"Πόσα;"
"Δεν πρόκειται να σας πω"
'Εγειρε πάλι πίσω.  "Πρέπει να καταλάβετε ότι εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουμε να πηγαίνουμε σύμφωνα με το νόμο..."
Δεν ένιωθα ένοχος για τίποτα και δεν απάντησα.
Περίμενα.
Που είστε παιδιά; Κάφκα που είσαι; Λόρκα, σκοτωμένε καταμεσής στη σκονισμένη δημοσιά, που είσαι; Χέμινγουαίη, που υποστήριζες ότι σε παρακολουθούσε η CIA και καναείς δεν σε πίστευε εκτός από μένα...
Τότε, ο ηλικιωμένος, αρχοντικός καλοζωισμένος, γκρίζος τύπος που ποτέ δεν είχε μαζέψει παντζάρια, γύρισε κι έψαξε σ' ένα μικρό καλογυαλισμένο ντουλάπι πίσω του, κι έβγαλε έξι ή εφτά αντίτυπα από το Ξεχειλωμένο Μουνάκι.
Τα πέταξε πάνω στο τραπέζι του σα νά 'ταν βρωμερές κουράδες. Τα έδειξε με τα χέρια του που ποτέ δεν είχαν μαζέψει λεμόνια.
"Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι εσείς είστε ο συγγραφέςα αυτών των άρθρων, εννοώ τις Σημειώσεις ενός Πρόστυχου Γέρου.
 "Ναί"
"Τί έχετε να πείτε γι' αυτά τα άρθρα;"
"Τίποτα"
"Αυτά τα πράγματα τα λέτε συγγραφική δουλειά;"
"Είναι ότι καλύτερο μπορώ να κάνω"
"Έχω δυο γιούς που σπουδάζουν δημοσιογραφία στα καλύτερα κολλέγια κι ΕΛΠΙΖΩ..."
Έδειξε τις σελίδες, τις βρωμερές αυτές κουράδες, με το δαχτυλιδοφορεμένο χέρι του που δεν είχε ποτέ δουλέψει στη φάμπρικα κι ούτε μπήκε ποτέ στη φυλακή, και είπε.
"Ελπίζω, να μη γράψουν ποτέ οι γιοί μου σαν κι εσάς".
"Αποκλείεται" Του υποσχέθηκα.
"Μπουκόφσκι, νομίζω ότι η συνάντηση έληξε"
"Ναι" είπα. Άναψα τσιγάρο, σηκώθηκα, έξυσα τη σαπιοκοιλιά μου κι έφυγα.

....................................................................................................

Η δεύτερη συνάντηση ήταν πιο σύντομη απ' ότι περίμενα.
"Περάστε" Είπε ο γραμματέας κι έφυγε.
Προχώρησα. Οι δυο άντρες σηκώθηκαν.
Νά' μαστε μες στο σκοτάδι που κάπως το σπάει το φως της λάμπας. Για ανεξήγητο λόγο, μου ήρθαν διάφορες δολοφονίες στο νου.
Και σκέφτηκα. Είμαστε στην Αμερική, μπαμπάκα, ο Χίτλερ πέθανε. Ή όχι;
"Μπουκόφσκι;"
"Ναι"
Ανταλλάξαμε χειραψία.
"Κάθισε"
Φίνα μωρό μου.
"Να σου συστήσω τον κύριο...από την Ουάσιγκτον" είπε ο ένας που ήταν από τις τοπικές κουράδες περιωπής.
Δεν είπα τίποτα. Ωραία η λάμπα. Φτιαγμένη άραγε από ανθρώπινο πετσί;
Μιλούσε ο κύριος Ουάσιγκτον. Είχε ένα χαρτοφύλακα μ' ένα σωρό χαρτιά μέσα.
"Λοιπόν κύριε Μπουκόφσκι..."
"Ναι;"
"Είστε σαράντα εφτά χρονών και δουλεύετε για την κυβέρνηση των ΗΠΑ εδώ και έντεκα χρόνια".
"Ναι".
"Ο πρώτος σας γάμος κράτησε δυόμισι χρόνια. Μετά πήρατε διαζύγιο και θα θέλαμε να μας πείτε πότε παντρευτήκατε την κυρία που είναι σήμερα συζυγός σας"
"Δεν παντρεύτηκα".
"Έχετε ένα παιδί;"
"Ναι".
"Πόσων ετών;"
"Τεσσάρων".
"Δεν είστε παντρεμένος;"
"Όχι".
"Πληρώνετε διατροφή για το παιδί;"
"Ναι"
"Πόσα;"
"Περίπου τα νόμιμα".
Έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Κανείς μας δε μίλησε για τέσσερα ή πέντε λεπτά.
Και τότε εμφανίστηκαν πάνω στο τραπέζι κάμποσα αντίτυπα από το Ξεχειλωμένο Μουνάκι.
 "Εσείς γράφετε τη στήλη Σημειώσεις ενός πρόστυχου Γέρου;" Ρώτησε ο κύριος Ουάσιγκτον.
"Ναι".
Έδωσε ένα αντίτυπο στον κύριο Λος Άντζελες.
"Έχετε δει αυτή την εφημερίδα;"
"Όχι, όχι, δεν την έχω δει".
Πάνω στη στήλη ζωγραφισμένο ένα τεράστιο καυλί με πόδια, ένα  ΠΕΛΩΡΙΟ κινουμενο καυλί. Διηγόμουν πως ενώ ήμουνα τύφλα ξέσκισα τον κώλο ενός φίλου μου, νομίζοντας ότι ήταν η γκόμενα μου Μου πήρε δυο βδομάδες μέχρι να τον ξεφορτωθώ. Ήταν αληθινή ιστορία.
"Και το λέτε γράψιμο εσείς αυτό;" ρώτησε ο κύριος Ουάσιγκτον.
"Δεν ξέρω τι να σας πω. Αλλά έχω την εντύπωση ότι είναι πολύ αστεία ιστορία. Δεν τη βρήκατε αστεία;"
"Αλλά, η ...η εικονογράφηση;"
"Το κινούμενο καυλί"
"Ναι"
"Δεν το ζωγράφισα εγώ".
"Δεν έχετε καμιά σχέση με την επιλογή των εικόνων;"
"Η εφημερίδα συντάσσεται  κάθε Τρίτη βράδυ"
"Και δεν είστε εκεί τις Τρίτες τα βράδια;"
"Υποτίθεται ότι πρέπει να είμαι εδώ τις Τρίτες τα βράδια".
Για λίγη ώρα δεν μίλαγαν, ξεφύλλιζαν το Ξεχειλωμένο Μουνάκι κοιτώντας τα άρθρα μου.
"Ξέρετε", είπε ο κύριος Ουάσιγκτον, "δεν θα υπήρχε πρόβλημα αν συνεχίζατε ν' ασχολείστε με την ποίηση, αλλά τώρα που γράφετε αυτά τα πράγματα..."
Έδειξε το περιοδικό.
Περίμενα δυο λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα. Μετά είπα. "Πρέπει να θεωρούμε τους διοικητικούς υπαλλήλους των ταχυδρομείων σαν τους καινούργιους λογοτεχνικούς κριτικούς;"

"Ω, όχι, όχι!" Είπε ο κύριος Ουάσιγκτον "δεν εννοούσαμε αυτό".
Καθόμουν και περίμενα.
"Οι ταχυδρομικοί υπάλληλοι πρέπει να συμπεριφέρονται με ένα ορισμένο τρόπο. Είστε δημόσια πρόσωπα. Πρέπει να δίνετε το παράδειγμα υποδειγματικής συμπεριφοράς".

"Μου φαίνεται" Είπα, "Ότι απειλείτε την ελευθερία μου της έκφρασης, με επικείμενη απόλυσή μου . Κάτι που ίσως να ενδιέφερε το συνδικάτο..."
"Θα προτιμούσαμε να μη γράφετε αυτά τα άρθρα".
"Κύριοι, έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή του κάθε  ανθρώπου που πρέπει να διαλέξει αν θα σταθεί όρθιος ή αν θα το βάλει στα πόδια. Διαλέγω το πρώτο".
Σώπασαν.
Αναμονή.
Αναμονή.

Ο κύριος Ουάσιγκτον. "Κύριε Μπουκόφσκι..."
"Ναι"
"Θα συνεχίσετε να γράφετε άρθρα που αφορούν το Ταχυδρομείο;"
Είχα γράψει ένα άρθρο σχετικά, που κατά τη γνώμη μου ήταν περισσότερο χιουμοριστικό παρά εξευτελιστικό, αλλά ίσως το μυαλό μου ήταν όντως διεστραμμένο.
Τούτη τη φορά τους άφησα να περιμένουν. Μετά από λίγο απάντησα.
"Όχι, εκτός κι αν μ' αναγκάσετε να το κάνω".

Περίμεναν. Ήταν σαν μια παρτίδα σκάκι όπου ήλπιζες να κάνει ο αντίπαλός σου τη λάθος κίνηση. Να βγάλει στη φόρα τα πιόνια του, ιππότες επίσκοπους, το βασιλιά, τη βασίλισσά του, τα άντερά του. Και στο μεταξύ όσο εσείς διαβάζετε αυτό το κομμάτι εγώ έχω χάσει ήδη την καταραμένη μου δουλειά. Ζάχαρη, αδελφέ μου. Στείλτε λεφτά, μπύρα και στεφάνια στο Ταμείο Επανορθώσεως για Τσαρλς Μπουκόφσκι.

Ο κύριος Ουάσιγκτον σηκώθηκε.
Ο κύριος Λος Άντζελες σηκώθηκε.
Ο κύριος Τσαρλς Μπουκόφσκι σηκώθηκε.

Ο κύριος Ουάσιγκτον είπε. "Νομίζω ότι η συνάντηση έληξε"
Δώσαμε τα χέρια σαν ξετρελαμένα απ' τον ήλιο, φίδια.
Ο κύριος Ουάσιγκτον είπε. "Στο μεταξύ μην πηδήξετε από καμιά γέφυρα..."
(Περίεργο: ουδέποτε μού' χε περάσει απ' το μυαλό κάτι τέτοιο.)
"...δέκα χρόνια είχε να παρουσιαστεί τέτοια περίπτωση".
(Δέκα χρόνια; Ποιο ήταν το τελευταίο φτωχό κορόιδο;)
"Λοιπόν;" Ρώτησα.
"Κύριε Μπουκόφσκι" είπε ο κύριος Λος Άντζελες, "ξαναγυρίστε στο πόστο σας".

Τράβηξα το διάολό μου ώσπου να ξαναβρώ το πάτωμά μου μέσα σ' εκείνο τον υπόγειο καφκικό λαβύρθινθο, κι όταν τα κατάφερα, όλοι οι καθυστερημένοι συνάδελφοί μου (μαλάκες πρώτης) άρχισαν να σκούζουν:
"Ε, μάγκα, που ήσουνα;"
"Τι θέλανε αυτοί;"
"Ξέσκισες κι άλλες μαυρούλες ρε τσίφτη;"
Τους απάντησα με τη σιωπή. Μαθαίνει κανείς πολλά κόλπα απ' τον παλιό καλό μπάρμπα Σαμ.
Εξακλουθούσαν να σκούζουν και να χοροπηδάνε να χώνουν τα δάχτυλά τους στις πνευματικές τους κωλοτρυπίδες. Ήταν στ' αλήθεια τρομοκρατημένοι. Ήμουν το σκληρό καρύδι, κι αν στ' αλήθεια μπορούσαν να το σπάσουν το σκληρό καρύδι, μπορούσαν να σπάσουν τον οποιονδήποτε.
"Ήθελαν να με κάνουν διευθυντή" τους είπα.
"Και τι έγινε μπαμπάκα;"
"Τους είπα να χώσουν μια αχνιστή κουράδα στον κώλο τους"

Ο επιθεωρητής πέρασε από το διάδρομο κι όλοι του υπέβαλαν τα ταπεινά τους σεβάσματα αλλά εγώ, ο Μπουκόφσκι, άναψα ένα πούρο με πολλή χάρη, πέταξα το σπίρτο στο πάτωμα και κοίταξα το ταβάνι σαν να περνούσαν από το νου μου μεγάλες και υπέροχες σκέψεις. Τρίχες. Το μυαλό μου ηταν άδειο. Το μόνο που ήθελα ήταν μισό κιλό ουίσκι, και εφτά παγωμένες μπύρες...."


*Αμερικάνικη έκφραση, κατά λέξη "Βρεγμένες πλάτες" έτσι ονομάζονται οι Μεξικάνοι που μπαίνουν κρυφά στις Ηνωμένες Πολιτείες, περνώντας από το Ρίο Γράντε.

https://www.youtube.com/watch?v=0KaWSOlASWc






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου