"Η ελεύθερη ψυχή είναι σπάνια, αλλά όταν τη συναντήσεις την αναγνωρίζεις. Κι αυτό, γιατί αισθάνεται όμορφα, πολύ όμορφα όταν είσαι κοντά της ή μαζί της"
C.B

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Γιώργος Πήττας/ Ένας "Δύων" που δεν έπαψε να ανατέλλει.

Στον κόσμο του internet  μπήκα μια εποχή που αν ήθελες να γράψεις ελληνικά, έπρεπε να χρησιμοποιήσεις τα greeklish.  Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν περιορισμένα, υπήρχε το chat μέσω του icq και μετά μέσω του in.gr με ένα script που το λέγανε  mirc, δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα, μάλλον όχι. Αυτήν ακριβώς την εποχή της μετάβασης των πληκτρολογιακών επιλογών, που έσκασαν οι ελληνικοί χαρακτήρες στα άμεσα μηνύματα, ήταν και η απαρχή της άνθισης της λογοτεχνίας στο ίντερνετ. Υπήρχαν ελάχιστα ελληνικά site που ασχολούνταν με τη λογοτεχνία και πολλή δίψα από τους δημιουργούς να επικοινωνήσουν το έργο τους με το αναγνωστικό κοινό του ίντερνετ. 

Η ανάγκη για πρόταση

  Τότε, μέσα σε εκείνο το διαδικτυακό χώρο όπου υπήρχαν κάθε λογής rooms όπου συναντιόντουσαν οι χρήστες από κάθε μέρος του κόσμου μέσω αυτών, είχα μια πρωτόγνωρη στ’ αλήθεια αίσθηση παγκοσμιότητας σε ότι αφορά τη άμεση αντίδραση στο λόγο παντοχόθεν. Ήταν απίθανο, ήταν εκπληκτικό, ήταν εκστατικό, ήταν too much για τις αντοχές της όρασης και του μυαλού, έπρεπε να μπει μια τάξη σε όλο αυτό το χάος. Έπρεπε να δημιουργηθούν  απάγκια μιας ήρεμης και αποδοτικής συναναστροφής, έπρεπε να πέσει η πρόταση.
Για την Ελλάδα, η πρόταση αυτή έπεσε από κάποιον Πανσέληνο, με ένα room που δημιούργησε ο ίδιος, το poets_only και  τον εξαρχής θεματικό περιορισμό του, στην ποίηση. Έτσι αναπόφευκτα το δωμάτιο του Πανσέληνου γέμισε από λάτρεις της ποίησης και του λόγου γενικότερα, που έμπαιναν για να διαβάσουν τα ποιήματα των άλλων, να γράψουν τα δικά τους, να συνομιλήσουν, να ανταλλάξουν απόψεις για βιβλία και τέχνη, να αστειευτούν, να πειραματιστούν ομαδικά. Αλήθεια πόσο με είχαν ενθουσιάσει εκείνες οι ασκήσεις αυτοματικής γραφής, όπου ξεκίναγε ο ένας έναν στίχο και τον συνέχιζε ο άλλος,  πόσο όμορφα και δημιουργικά χειριζόταν  το χώρο ο Πανσέληνος, με πόση δημοκρατία και σεβασμό στις απόψεις ακόμα και των πιο ακραίων περιπτώσεων.
Γνωρίστηκα με αξιόλογους ανθρώπους  μέσα στο poets_only του Πανσέληνου. Την Ελένη Κονιδάρη, τον Λουκά Αθανασίου, δημιουργούς του λογοτεχνικού site Istros,  τον Πάνο Νιάβη, το Βαγγέλη Δαρδαντάκη, τον Βασίλη Σωτηρόπουλο, Τον Γιάννη Κωνσταντινίδη, και πολλούς άλλους που για λόγους οικονομίας δεν γίνεται να αναφέρω, όχι λιγότερο σημαντικούς όμως.

Ποιος ήταν ο Πανσέληνος;

Για τον Πανσέληνο δεν ήξερα τίποτα.  Σπάνια έβλεπα κάποιο δικό του ποίημα δημοσιευμένο, αλλά συχνά πυκνά έβλεπα τις αναφορές στο βιβλίο του από τους θαμώνες του χώρου,  τα θαυμαστικά,  τις ερωτήσεις, κάποιοι παράθεταν και αποσπάσματα, από το βιβλίο αυτό, το «Δύων ανατέλλων και η Πανσέληνος βροχή» , εγώ αγρόν ηγόραζα, δεν ήξερα γιατί μιλάνε.  Όσπου μια μέρα δεν άντεξα και τον ρώτησα. Ρε φίλε έχεις γράψει βιβλίο; Τι λένε αυτοί εδώ;

Βάλε μας κάτι από το βιβλίο σου να διαβάσουμε, κι αυτός πολύ φυσικά μου απάντησε, «Όποιος θέλει να αποκτήσει ιδέα, πάει και το αγοράζει»  Δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος θα συμφωνήσετε για να διαφημίσεις ένα βιβλίο.  Αλλά και πως θα τιμήσει κανείς την ποίηση μέσω της διαφήμισης;  Δεν πάνε αυτά τα δυο μαζί.
Και να’ μαι μια μέρα καθισμένη στα πόδια του Παλαμά, στην Ακαδημίας να διαβάζω το βιβλίο που μόλις είχα πάρει στα χέρια μου. Δεν άντεχα να πάω μέχρι το σπίτι, να το βάλω σε ένα ράφι και να το πιάσω στην πρώτη ευκαιρία. Η ευκαιρία ήταν εκεί και τώρα.
Το βιβλίο έφερε το όνομα του συγγραφέα, Γιώργος Πήττας, είχε τον τίτλο που σας είπα πιο πάνω τον ξαναλέω, «Ο Δύων Ανατέλλων Και η Πανσέληνος Βροχή» τίτλος που με προβλημάτισαν από την αρχή τα αντιφατικά του στοιχεία και που όταν πήγα να αναλύσω στη σκέψη μου έμειναν τα κενά, τουλάχιστον για όσο δεν είχα διαβάσει το βιβλιο. 
Έμεινα στο ποίημα Κύπρος Χαλκού, το πρώτο που έπεσε μπροστά μου στο γρήγορο πρώτο ξεφύλλισμα, ένα από κείνα τα ποίηματά του που διαχρονικά λάτρεψα,  και το έμαθα απέξω με την πρώτη. 
Εκεί λοιπόν καθισμένη στο χορτάρι μπροστά στο άγαλμα του Παλαμά, είχα την πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Πανσέληνου, του Γιώργου Πήττα. Και αφού διάβασα όλο το βιβλίο δυο φορές κιόλας  εκεί σε εκείνο το σημείο, γύρισα στο σπίτι μου  επαναλαμβάνοντας το ποίημα συνεχώς από μέσα μου και ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο βιβλίο για να το θυμηθώ.

«Κύπρος Χαλκού

Και τι πιο χάλκινο από ένα άστρο
Που χάθηκε στη στάχτη.
Παντοτινά σ’ αγαπούσα, μέχρι που ο χρόνος σταμάτησε
και έγινες ένα παιδί που έχασε το δρόμο για το σπίτι.
Τι πιο θλιμμένο αλήθεια από ένα παιδί που έχασε
το δρόμο για το σπίτι;

Προσπάθησε να θυμηθείς.
Βουβά ορυχεία τα σιωπηλά σου μάτια.
Μα δεν μπορεί, κάπου θα έχεις μυστικά.
Κάπου θα κρύβεις μια κάποια περηφάνια.
Έλα
Έλα τις καστανιές και πάλι να φιλήσεις.

Να σκάψουμε το κοκκινόχωμα, βαθιά να βρούμε
θεμέλια κόκαλα για να φωτίσουμε λευκά
τόσων ετών σκοτάδι.

Μονάκριβη.
Τόσοι σε θέλησαν, κι εσύ δεμένη στο κρεβάτι
ξεχνάς στον πόνο την οδύνη.

Άστρο μου, άστρο
Φως! Που χάλκεψες και γέμισες τουριστικά μπακίρια
θέλω μια σφαίρα να φυτέψω στο μάτι του Πασά.

Αρχαίο ψωμί που τρως!
Γεμάτο χώμα και χαλίκι
κομμάτια πηλού το σάλιο σου
μα πως το καταπίνεις;

Κοκκίνησε ο ουρανός, με μια μισή σελήνη
Κι όσο γαλάζιο σού’ μεινε ξασπρίζει στα παράλια.

Στα κύματα που κολυμπούν οι ξένοι.
Στα κύματα που κολυμπούν οι ξένοι.

Και τώρα σ’ αγαπώ,
και θα σ’ αγαπώ, μετά το χρόνο
ακόμα κι αν ξεχάσεις, Κόρη, τ’ όνομά σου:
Κύπρος.»


 Η επιστροφή

Και γύρισα στο σπίτι περιπλανώμενη για ώρες έχοντας χάσει το δρόμο, τη γνώση, την εμπειρία, την τριβή, την ευχέρεια, την αμεσότητα, ότι αποτελούσε σημείο αναφοράς για μένα και τη σχέση μου με την ποίηση μέχρι τότε, γύρισα σπίτι σαν να κρατούσα στα χέρια μου τη βόμβα της αποκάλυψης, γύρισα με μια αίσθηση ανεπάρκειας με τα μάτια στραμμένα σε έναν μακρύ, μακρύ δρόμο που το τέλος του δεν έβλεπα, «είναι αυτός ο δικός σου δρόμος αγαπητή μου», μια φωνούλα ψιθύριζε στ’ αυτιά μου. Με την αποστροφή του βλέμματος από το δρόμο αυτό, που ήξερα εγώ τι θα έσκαγε μπροστά μου ακολουθώντας τον, και γιατί να τον πάρω; Καλά δεν ήμουν εκεί που βρισκόμουν με τις ρίμες μου, με τα σατυρικά μου, με τον Καρυωτάκη μου από τη μια και τον Λειβαδίτη μου από την άλλη; δεν μας παρατάς ρε Πήττα! Και ξανά….δεν μας παρατάς ρε Πήττα, ρε Πανσέληνε!
Αλλά κάθισα κάτω κι έγραψα τι ήταν αυτό αλήθεια; Μια εντύπωση; Τριαντασέλιδη; Αν έχεις το Θεό σου ένα κείμενο μέσα στο οποίο προσέγγισα αυτό το  βιβλίο κομμάτι κομμάτι, ένα κείμενο που εννοείται πως σήμερα θα έγραφα αλλιώς, αλλά που ωστόσο έδειχνε στιγμή τη στιγμή, στίχο τον στίχο την εντυπωσή μου από την ποίηση του Γιώργου Πήττα.
Ήμουν αρκετά πιο νέα να το πούμε κι αυτό και είχα πολύ ενθουσιασμό για όλα τα καινούργια που ξανοίχτηκαν μπροστά μου με την είσοδό μου στον κόσμο του ίντερνετ.
Πολύ ενθουσιασμένη από το γεγονός ότι όλα αυτά συνέβησαν αμέσως μετά την έκδοση του πρώτου βιβλίου μου, «Σιγά το ξημέρωμα…» πολύ χαρούμενη που είχα βρει ανθρώπους να συνομιλώ και να αισθάνομαι πως μιλούσαμε με τους ίδιους κώδικες.
Με την πάροδο των ετών όλα αυτά καταλάγιασαν, η πραγματικότητα της ζωής, τα στραπάτσα, ο αγώνας της καθημερινής επιβίωσης, η μητρότητα, εγώ σε ρόλους που δεν είχα μέσα στα σχέδιά μου αλλά προέκυψαν, τι να πει κανείς.
Ένα βιβλίο σκονισμένο τραβώ από το ράφι, επειδή πλησιάζει το Πάσχα και Πάσχα για μένα είναι η σταύρωση και η Ανάσταση της ψυχής μας.
Επειδή πλησιάζει το Πάσχα που θα ζητήσει αυτή την Ανάσταση για άλλη μια φορά εις μάτην. Κάποια μέρα όμως, κάποιο Πάσχα σε άλλη χρονική περίοδο και συνθήκη, λέω πως θα συντελεστεί για τις ταλαιπωρημένες ζωές τις πονεμένες μνήμες των πατρίδων μας.
Ελλάδα-Κύπρος.

«Επιστήθιος Τάφος

Απόγευμα.
Δωμάτιο σκοτεινό ήταν αυτό.
Υπόγειο.
Θύμιζε ενυδρείο φωτισμένο στο πράσινο
με φυσαλίδες ν’ αναβλύζουν στην εκπνοή
των χρυσόψαρων.

Οι δύο, ο Αντίοχος και ο Βαλτάρ, έφερναν στο νου
τους σιωπηλούς ιχθείς
όπως καθόντουσσαν ο ένας απέναντι στον άλλον
κολυμπώντας στην ησυχία τους.

Το λινό πουκάμισο του Αντιόχου δίπλωσε καθώς αυτός
σηκώθηκε
κι έφερε το κερί κοντά στο πρόσωπο του Βαλτάρ
που ήταν αξύριστος και τα μακριά μαλλιά του
θύμιζαν κουρτίνα της Αναγέννησης σε Παρακμή.

Ο Βαλτάρ γέλασε με τη ματιά του στη φλόγα και
την πήρε στην άκρη της γλώσσας του.
Την κατάπιε.
Έσβησε το κερί, ενώ στις άκρες των μαλλιών του
γεννήθηκαν πολλές μικρές φλογίτσες.
Τ΄ακροδάχτυλά του, ερυθρίασαν* έγιναν διάφανα
Σαν δάχτυλα ακριβής ερωμένης.

Ο Αντίοχος που είχε κάτι το χρυσό
και κάτι το γαλάζιο
άνοιξε τα φτερά του και πήρε το σαξόφωνο.
Να παίζει άρχισε, έναν αργό μακρόσυρτο
μα και βραχνό σκοπό, κι απ’ τ’ αστραφτερό
στόμιο πρόβαλε δειλά η Δροσιά.

Γυμνή, ωραία, με  τα ξέπλεκά της, γεμάτα μπούκλες.
Αφού έβγαλε και τα δυο της πόδια από το σαξόφωνο
ξάπλωσε στο κρεβάτι.
Έφερε το δεξί χέρι στο μέτωπο.
Απαλά
Πολύ απαλά. Είχε, στο μέτωπο εκεί, ένα πανάκριβο
και φωτεινό διαμάντι φυτεμένο.

Δροσιά!
Είπε ο Αντίοχος κι αυτή τα πόδια άνοιξε.
Από το εσωτερικό της κοιλιάς της, από μέσα της
ερχόταν φως.
Ένα φως γλυκό και καθησυχαστικό.
Μισάνοιξε το στόμα της και το παχύ σάλιο
έλουσε τα χείλη της,
θύμισε Πανσέληνο.

Νύχτα.
Αυτή την ώρα οι βάρκες στις Κυκλάδες
 βγαίνουν και ρίχνουν παραγάδια κυνηγώντας τα ασημένια του βυθού.

Παλιότερα περνούσε κι ο υπάλληλος της κοινότητας.
Άναβε τα γκαζοφάναρα με το ραβδί, στα στενά του χωριού.
Καμάρες,
 στοές και
σκάλες.
Τότε, το κίτρινο του γκαζιού στοίχειωνε το λευκό
 των τοίχων και το χωριό, πετούσε τα μεσάνυχτα
για να’ρθουν οι πεθαμένοι να βολτάρουν.

Τότε βλέπεις τους σέβονταν τους νεκρούς .
Τώρα, η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού
τους έχει περιορίσει στα νεκροταφεία.

Ο σκύλος πεινά, Μαργαρίτα! Φώναξε ο Φώτης
από τον κήπο
Μα ο σκύλος, δεν πεινούσε.
Ανήσυχος ήταν μόνο.
Είχε βρει, ένα μεγάλο σκουριασμένο καρφί στην αλάνα
 πιο κάτω.
Ήταν παλιό και είχε πάνω του αίμα ξεραμένο.
Είχε ταραχτεί το ζώο.
 Τι είναι πάλι τούτο; Είπε ο Φώτης και πήρε
το καρφί στα χέρια του.
Έκαιγε και το πέταξε με φόρα στη μεριά της Σελήνης.
Ο σκύλος έτρεξε πίσω από το καρφί κι έφυγε
πετώντας να το βρει.
Ο φώτης χάιδεψε το σκύλο που είχε αποκοιμηθεί
και τράβηξε για το σπίτι.
Κάτι δεν του πήγαινε…


Ούτε Νύχτα, ούτε Μέρα.

Η Δροσιά ήταν γλυκιά.
Είχε κλείσει τα μάτια, κρατούσε την κοιλιά της και Γεννούσε.
Βουκαμβίλιες, κυκλάμινα, υάκινθοι νυχτολούλουδα,
πανσέδες και ροδοπέταλα πρόβαλλαν από τον κόλπο της
κι αναρριχόντουσαν στους τοίχους.
Έπλεκαν στεφάνια στο κεφάλι του Αντίοχου,
τύλιγαν τα χέρια του Βαλτάρ
 ενώ το σάλιο των χεριών της
γινόταν βαριές φυσαλίδες που πετούσαν αργά
έσκαγαν κι έσβηναν την πυρκαγιά του Βαλτάρ
που θυμόταν το σταυρό του.

Ο Αντίοχος, λεπτός, ψηλός, ξανθός με γένια
 και ίδια ευγενικά μαλλιά
 όπως χρόνια τώρα Τον ζωγράφιζαν οι αγιογράφοι
 κοιτούσε τις πληγές του.

Μία σε κάθε παλάμη, μία σε κάθε πόδι, εκεί
χαμηλά, κοντά στα δάχτυλα.

Τέσσερις τρύπες ανοιχτές στρογγυλεμένες
 από τους αιώνες
θύμιζαν το μαρτύριό Του.

Το δωμάτιο, ολάνθιστο πια, ευωδίαζε όλα
 τα αρώματα της Άνοιξης, ενώ η Δροσιά
έκλαιγε ένα κλάμα ήσυχο κι ευτυχισμένο.

Σταμάτησε να Γεννάει.
Το ρόδο της, έσταζε στάλες από τη συγκίνηση.

Έφυγε από τα χείλη της μια φυσαλίδα κι έσκασε πάνω του
να τ’ ανακουφίσει από τη Γέννα.  
Τα δόντια της έλαμψαν Ισπανικά στο χαμόγελο
που χάρισε στους συντρόφους της.
Γύρισε με χάρη φλοίσβου στον Αντίοχο που κρεμούσε
 το σαξόφωνο στον τοίχο
Κύριε, του είπε, ως πότε θα χρησιμοποιείτε ψευδώνυμο;
Ο κόσμος Σας περιμένει.

Ο κόσμος δεν αγάπησε ακόμα το Ληστή, είπε Αυτός,
Ενώ ο Βαλτάρ έφτυνε την τελευταία φλόγα
 στον αέρα.
Άναψε πάλι το κερί.
Είμαστε Παράνομοι είπε, με μια κάποια πίκρα
Και γύρισε να δει το σκύλο που μπήκε στο δωμάτιο
 κρατώντας το καρφί στο στόμα του.
Διάφανος ο σκύλος, σώμα του ονείρου του.
Κάθισε εκεί κι άφησε το καρφί στα πόδια του Αντιόχου.

Σιγά σιγά έσβησε η μορφή του, μέχρι που χάθηκε.
Πέρα, στο χωριό ξημέρωνε.
Εκτός από τα κοκόρια, ξυπνούσανε κι οι σκύλοι.

Πάντα.
Οι δυο σηκώθηκαν και πήγαν στο κρεβάτι.
Απλώθηκαν στην αγκαλιά της κι έγιναν Ένα.
 Χρόνια τώρα, έσονται οι τρεις εις σάρκαν Μίαν.

Κάθε που οι καμπάνες χτυπούν νυχτερινά τον Επιτάφιο,
αυτοί κάνουν Ανάσταση πριν ξαναγίνουν χώμα
εκεί, κάτω στα υπεδάφη της Όρθοδοξίας
πού’ναι γεμάτα ρεύματα και κρύα νερά
πού’ ναι γεμάτα σπήλαια κι από πάνω πια, βαραίνουν
με μπυραρίες, καφετέριες και σκυλάδικα.

"Ποτέ μου δεν αγάπησα τίποτα όσο αγάπησα εσένα,
Μαγδαληνή. Για σένα ήρθα στον κόσμο αυτό και το ξέρεις".
Ψιθύρισε στο αυτί της κι έπεσε το σκοτάδι
και σβήσαν τα λουλούδια
το ξύλο έγινε χώμα, κουρέλι το λινό, το Δέρμα χώμα κι αυτό
Όλα έγιναν Γη, και μόνο το καρφί, σκουριασμένο,
με το αίμα ξεραμένο σκάει πού και πού καμιά μ.Χ μπάλα
που παίζουν τα Ελληνόπουλα, παρόλο που τελευταία είναι
και οι μπάλες προηγμένης τεχνολογίας
κι αντέχουν στο χτύπημα του Κυρίου.
Και του χρόνου."

(σ.σ  Επειδή δεν βρίσκω την άνω τελεία χρησιμοποιώ τον αστερίσκο)

Τι απέγιναν τα rooms? 
Πολύ πριν το δικό "μας" κατακλυστεί από ασχέτους επισκέπτες, ο δημιουργός του αποφάσισε να το κλείσει. Με το που εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια της φθοράς. Και καλά έκανε θα έλεγα σήμερα, ενώ τότε μας είχε κακοφανεί πολλών.  Στη συνέχεια τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν σχετικά και άσχετα rooms, ο χώρος του τσατ, περιορίστηκε σε γνωριμίες με κύριο ενδιαφέρον το σεξ που καλό είναι κι αυτό αλλά δεν φτάνει μόνο του ούτε στην τελική ήταν καν αυτό, και τελικά κατάρρευσε το όλο σύστημα, γιατί στο μεταξύ άλλα και πιο ενδιαφέροντα μέσα έκρασης εμφανίστηκαν στο ίντερνετ. Τα blogs, το facebook, to twitter κλπ. 

Τον Γιώργο τον Πήττα έχω πολλά χρόνια να τον δω. Και πολλά χρόνια έχω να ακούσω, να μάθω, αν δημοσίευσε μια δεύτερη ποιητική συλλογή.  Δεν το γνωρίζω. Δεν το έψαξα ιδιαίτερα για να πω την αλήθεια, επειδή αυτή εδώ που κρατάω στα χέρια μου δεκαέξι χρόνια μετά, μπορεί ακόμα να μου δημιουργεί έντονα συναισθήματα,  να με προβληματίζει και  ακόμα να με κάνει να σκέπτομαι, πόσο ευλογημένοι υπάρξαμε όλοι εμείς, που κάποτε συναντηθήκαμε στα χαμηλά φώτα του δωματίου μας μέσα σε ένα μαγικό κουτί και δώσαμε ένα άλλο περιεχόμενο στα πρώτα βήματα του διαδικτύου στην Ελλάδα, ένα περιεχόμενο που το είδαμε να παίρνει πολλές μορφές, να απλώνεται και να κατακτά τους ανθρώπους του λόγου που αναζήτησαν και εδραίωσαν επιτέλους τη θέση του, μέσα στον κυβερνοχώρο.  
Ο ποιητής Γιώργος Πήττας όμως, δεν έχει χαθεί ποτέ από το οπτικό μου πεδίο, είναι άλλωστε αυτός στον οποίο χρωστάω κάθε μετέπειτα πειραματισμό μου με τον γραπτό λόγο,  όχι τόσο εξαιτίας των παραινέσεών του, όσο και κυρίως εξαιτίας της αναστημένης μούσας που μου συστήθηκε μέσα από το έργο του.
Γιώργο Πήττα, εύχομαι όπου κι αν βρίσκεσαι να έχεις μαζί σου τη «Δροσιά» και να γράφεις

Where you find George Pittas:.Communication at Frederick University Cyprus.,Columnist at TV Χωρίς Σύνορα and Columnistat ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΟΛΙΤΗΣ

http://politispittas.blogspot.gr


https://www.youtube.com/watch?v=IXdNnw99-Ic




8 σχόλια:

  1. Φίλη Ελενη είσαι τυχερή που γνωρίζοντας τον ποιητη, και φώτισε πολλαπλά την ζωή σου. Είσι τυχερή που ακομα και τώρα παρόλα όσα συμβαίνουν μπορείς να "νοιωθεις" αλλά και να "νοείς" με τον έσω νου, αυτά ολα που θα ήθελε ο Γιώργος Πήττας να επι-κοινωνήσει. Επίσης είσαι τυχερή για έναν σπουδαιότερο ακόμα λόγο που δεν αφορά την συλλογή η την ποιηση, αλλά την ποιοτητα σου. Πως η ευγνωμοσυνη σου αποδίδεται και ειτε το μάθει ειτε δεν το μάθει ποτέ ο αποδέκτης της, κάτι που κάνει τους γύρω σου να σκέφτονται και να ελπίζουν πως κάποτε όλα θα αποκτήσουν τις καθαρές τους διαστάσεις. Ευχαριστουμε διπλα λοιπόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Λενιώ μου έχουν αλήθεια τα λόγια σου, ειμαι τυχερή γιατί γνώρισα ανθρώπους που με πήγαν ένα βήμα πιο πέρα κι ο Γιώργος Πήττας ήταν ένας από αυτούς. Σε μια περίοδο που δεν ήξερα τίποτα γι' αυτά που κάνω, εκείνος ήξερε. Φυσικά και είμαι και θα είμαι πάντα ευγνώμων. Όπως και σε σένα.
    Φιλιά πολλά.

    7 Απριλίου 2016 - 10:30 π.μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ ωραίο Ελένη! Ο Γιώργος εξακολουθεί την ίδια ρότα της δημιουργίας και ευαισθησίας από το ...χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Σ' ευχαριστώ Κωστή μου. Χαίρομαι που το κάνει. Με αυτόν εκεί πέρα, ίσως μια μέρα διαβάσουμε για μια χαρούμενη Κόρη, που ενώθηκε με το άλλο της μισό. Είναι κι αυτό μια παλιά προσδοκία για όλους μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ο Ποιητής (τρομάρα μου) είναι ευγνώμων και αμήχανος. Αναρωτιέται πια, αν ο μόνος τρόπος να ξυπνήσει κάποιος στα Όνειρά του, είναι ο ύπνος ο ανεξύπνητος. Ευχαριστώ.

    γ.π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ σ' ευχαριστώ. Φρόντισε μόλις επανέλθεις με έκδοση να το μάθω. Η αξία ή η μη αξία ενός βιβλίου δεν γίνεται αντιληπτή το χρόνο της έκδοσής του. Ο Δύων Ανατέλλων...σε μένα την αλλεργική στο αλκοολ, είναι το πρώτο κρασί που δεν με πείραξε. Και είναι και αστείρευτο. Όμως όπως είδες, πάντα για μένα ο ποιητής είναι ο άνθρωπος. Ποτέ δεν θα κάνω αφιέρωμα για κάποιον που δεν με πείθει πως αυτά που γράφει, όσο καλά και να τα γράφει, είναι η εξωτερίκευση αυτών που τον συνθέτουν σαν ανθρώπo, ποιόν και αξία. Γι' αυτό ακόμα έπρεπε να γίνει αυτό εδώ το αφιέρωμα. Μπήκαν αρκετά πράγματα στη θέση τους, αν μ' εννοείς. Σε φιλώ. Να έχεις μαζί σου τη Δροσιά...και να γράφεις.

      Διαγραφή