because music needs the words to travel.
Because the words, need music to be heard.
"Η ελεύθερη ψυχή είναι σπάνια, αλλά όταν τη συναντήσεις την αναγνωρίζεις. Κι αυτό, γιατί αισθάνεται όμορφα, πολύ όμορφα όταν είσαι κοντά της ή μαζί της"
Η Μαριαλένα Δισακιά, (Μαρία-Έλενα Δισακιά), είναι από
τους ανθρώπους που δεν γνώρισαν την ποίηση σε κάποια στιγμή της ζωής τους, δεν
έκαναν την προσέγγιση όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, που πέφτουν επάνω σε ένα
ποίημα που τους συγκίνησε κι από κει και πέρα αρχίζει το ενδιαφέρον, το ψάξιμο,
η ανάγνωση, και η εντρύφηση. Καμιά σχέση με όλ’ αυτά. Υπάρχουν άνθρωποι που
σκέπτονται, «θέλω να γράψω ποίηση, γιατί μπορώ, γιατί το’χω, θα γράψω ποίηση»
Καμιά σχέση και με αυτούς. Τη Μαριαλένα, από τη βρεφική ηλικία, η ποίηση την
σημάδεψε με το δάχτυλο, έκανε μια βουτιά και εγκαταστάθηκε μέσα της. Για πάντα.
Η ζωή της όλη υπήρξε ένα ποιητικό δρώμενο. Μια αρχαία τραγωδία που καταγράφηκε
στα κύτταρά της επαληθεύοντας τον ορισμό με τον οποίο ο Αριστοτέλης την
χαρακτήρισε. «Δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων
κάθαρσιν». Η Μαριαλένα Δισακιά είναι το αποτέλεσμα της κάθαρσης. Ο επιλεγμένος
πομπός της μούσας στις διαχρονικές διαδρομές της. Ο μοναχικός διαβάτης των
υπόγειων διαβάσεων. Ο κρυφός παρατηρητής των αόρατων συναισθημάτων των
ανυποψίαστων συνεπιβατών στο τρένο της ζωής. Ωτοβλεψίας παθών και δεινός
ανιχνευτής, γνώστης των σημαδιών που οδηγούν στις διαλυμένες ψυχές. Κι όλα αυτά
γίνονται χωρίς υπολογισμό. Χωρίς μεθοδευμένους στόχους. Χωρίς εμφανή λογική
αιτία, άλλη από ένα ένστικτο που ξέρει, από τα μύχια της ψυχής της γνωρίζει, σε
ποια πάσχουσα ύπαρξη θ’ ακουμπήσει τα ιαματικά επιθέματα της γραφής της. Αυτή
είναι η Μαριαλένα Δισακιά. Βγαλμένη μέσα από την άχρονη τραγωδία της ανθρωπότητας,
σφυρηλατημένη μέσα από τις αντιξοότητες της ζωής, συμφιλιωμένη με την ιδέα της
συμπόρευσης με τον θάνατο, ερωτευμένη με τον άνθρωπο απανταχού και μ’ ένα φως
που ποτέ, δεν της έκανε τη χάρη να διαλύσει τα σκοτάδια της, τα σκοτάδια του
κόσμου. Ένα φως που ωστόσο κουβαλάει μέσα της σαν άνθρωπος και γίνεται ήλιος
για όσους έχουν την τύχη να την γνωρίσουν.Τα ποιήματά της είναι γεμάτα από αυτή την κρυμμένη λαχτάρα, καθώς οι
πικρές της αλήθειες ξεπροβάλλουν γυμνές στα μάτια του αναγνώστη. Η Μαριαλένα είναι
ένας αυτόπτης μάρτυρας της ζωής στη πίσω πλευρά των κτιρίων. Εκεί που
βρίσκονται οι φωταγωγοί και τα ανήλιαγα παράθυρα των επιθυμιών και των ονείρων.
Διεκδικεί αυτά τα όνειρα για τον εαυτό της και τους άλλους και εντοπίζει την
αναγκαιότητά τους,στις διαδρομές των
συρμών που σύρουν… και στα βαγόνια των συνωστισμών. "Γραφές διεκδίκησης" γίνονται οι σκέψεις τηςμέσα σ’ αυτά.
Γραφές διεκδίκησης
Παρακαλούνται οι επιβάτες να προσέχουν
τα προσωπικά τους συναισθήματα.
Αν επιβιβάστηκαν σε λάθος συρμό του χρόνου
μπορούν να αποβιβαστούν στην επόμενη στάση.
Οι συρμοί του παρελθόντος φέρουν αριστερά
τη σήμανση μιας λίμνης.
Οι συρμοί του μέλλοντος φέρουν δεξιά
τη σήμανση ενός ποταμού.
Συμβουλή προς το επιβατικό κοινό,
προσοχή στους συρμούς που φέρουν
τη σήμανση της θάλασσας, στην κεντρική ταινία
παρέχουν παρόν και όνειρα.
Διαδρομή 11
Κάτι μέρες σαν την σημερινή
μου αρέσει πολύ να κυκλοφορώ με τον ηλεκτρικό.
Παίζω εκείνο το παιχνίδι που έπαιζα μικρή.
Βλέπω γύρω γύρω και φτιάχνω ιστορίες.
Να όπως η κυρία απέναντί μου. Μένει στην Κηφισιά. Τη
συνοδεύει μια αλλοδαπή κυρία. Πάνε επίσκεψη υποχρέωσης.
Έχει πάρει τα γλυκά από γνωστό ζαχαροπλαστείο της
περιοχής της.
Βλέπω καλύτερα το κουτί από τη φίρμα του καταλαβαίνω
από πού έρχονται.
Φορώντας τα
«καλά» της ξεκίνησε για κάπου στο κέντρο.
Κρατάει ψηλά το
κεφάλι. Φοράει ακριβό σταυρό στο στήθος,
ενημερώνει την κυρία δίπλα της πως δεν θα κάτσουν πολύ
ώρα.
Ίσα ίσα να μην πουν πως δεν πήγε.
Η άλλη έγνεψε καταφατικά και χασμουρήθηκε με
απελπισμένο βλέμμα.
– Να ξέρεις ότι τα σπίτια μας, αυτά που είναι κοντά
στους σταθμούς των τρένων,
τα νοικιάζουμε πιο ακριβά.
-Γιατί; ρωτά η συνοδός. -Γιατί, μερικά βράδια, κάποιο τρένο ξεφεύγει από τις ράγες και μπαίνει στα
λυπημένα παιδικά δωμάτια
Η Μυρσίνη Μόσχου είναι μια γυναίκα με μεγάλη γκάμα καλλιτεχνικών ταλέντων με κύρια αυτή της γραφής, ταλέντα που με διάφορους μέχρι τώρα τρόπους κατάφερνε να επικοινωνήσει στο κοινό και τους φίλους της, είτε μέσω των ραδιοφωνικών προγραμμάτων της στο ίντερνετ, προγράμματα όπου παρουσιάζει τη δουλειά και την προσωπικότητα άλλων δημιουργών, είτε μέσα από τη συμμετοχή της σε συλλογικές ποιητικές εκδόσεις, είτε ακόμα και μέσω του τραγουδιού της. Τη γνώρισα στο σπίτι κοινών φίλων τα Χριστούγεννα και μου έκανε τεράστια εντύπωση ο συνδυασμός των στοιχείων που απαρτίζουν αυτή την προσωπικότητα. Η Μυρσίνη Μόσχου, είναι σαν την γοργόνα με τα μπλε μαλλιά που έφυγε από τις θάλασσες των υδρόβιων όντων για να κολυμπήσει στις θάλασσες των ανθρώπινων συναισθημάτων. Επέλεξε να περπατά δίπλα στους ανθρώπους αντί να κολυμπά ή να πετάει γιατί θα μπορούσε και να έχει προσγειωθεί σαν αιθέρια ύπαρξη, διαλέγοντας το μεταίχμιο της μέρας, την ώρα που το μπλε σκουραίνει και ο ουρανός αρχίζει να εμφανίζει σιγά σιγά τα μακρινά του φώτα. Όπως και να κατέληξε εδώ, αγάπησε τη ζωή πάνω σ' αυτή τη γη και τους ανθρώπους της. Απέκτησε δυνατούς δεσμούς φιλίας, μοιράστηκε τα αισθήματά τους, επωμίσθηκε το βάρος της κατανόησής τους και τους πόνους τους. Και σα να μη συχχωρεί τον εαυτό της που έχασε τις μαγικές του ιδιότητες, που δεν μπορεί με το ραβδάκι της ν' αλλάξει τη μοίρα των πονεμένων. Γιατί η Μυρσίνη πονάει και δεν πονάει για τις δικές της πληγές τόσο, όσο γι' αυτές που δεν κατάφερε να θεραπεύσει των άλλων. Κι αυτά συμπέρανα όχι μόνο από τα καθαρά μάτια της, που δεν επιτρέπει να δεις βουρκωμένα και γυρίζει το κεφάλι της αλλού, αλλά κι από τη γραφή της που εκεί, δεν κραυγάζει απλά τον πόνο της, κραυγάζει από πόνο για την αδυναμία να καταφέρει το θαύμα.
Το πρώτο της βιβλίο με ποιήματα και αφηγήσεις κινηματογραφικής ποίησης, οι Αιωρούμενες Σκέψεις, είναι η προβολή των χιλιάδων συναισθηματικών χρωμάτων στους ουρανούς του ονείρου, του έρωτα, της ευγνωμοσύνης, της άδολης αγάπης της για τους ανθρώπους, και της ελπίδας που επίμονα ψάχνει μέσα στη νύχτα του ουρανού της τ' αστέρια. Καμιά φορά διαπιστώνει με θλίψη και συντριβή, "Δεν έχει αστέρια απόψε ο ουρανός". Και πόσα από αυτά τα "απόψε" δεν έχουν κάνει όλους μας να σπαράξουμε στη ιδέα ενός "ποτέ ξανά". Όμως είναι αυτό ακριβώς που δίνει τη συνέχεια και τη δύναμη στο δημιουργικό της πνεύμα. Το απόψε θα γίνει χθες και αυτή η γοργόνα, η νεράιδα επί της γης, θα έρθει ξανά να κοιτάξει τον ουρανό, μάρτυρας του κοσμικού γεγονότος κάθε πραγμάτωσης και απαντοχής, θα είναι εκεί για να το δει και να το καταγράψει, έστω κι αν πρόκειται για μια πυγολαμπίδα, ως οιωνό χαρμόσυνης άφιξης. Είτε της δικής της προς τα πάνω που ζουν οι αγαπημένοι που της έφυγαν, είτε της δικής τους προς κάτω εδώ, με κάποιο τρόπο είναι σίγουρη για τη συνάντηση, το "αντίο" δεν είναι αποδεκτό ως μόνιμος αποχωρισμός, γιατί όλοι και όλα ζουν μέσα της με την ίδια ένταση, τη συνέχεια της ύπαρξής τους. Η ποιήτρια αναγνωρίζει και ευγνωμονεί ότι και όποιον στάθηκε αφορμή να γίνει ο σημερινός της εαυτός, κρατάει τα νήματα με το παρελθόν της άφθαρτα, γερά και προχωράει με εμπιστοσύνη στο μέλλον. Σε μια συμπόρευση του πόνου της απώλειας και της χαράς της ανακάλυψης στη συνέχεια, μας δίνει έναν εαυτό γεμάτο ειλικρίνεια, λυρισμό, νοσταλγία, σπαραγμό για τις αδυσώπητες ομορφιές που φεύγουν αλλά κι ελπίδα, χάρη σε αυτό που κατάφεραν όλ' αυτά να την συνθέσουν σαν άνθρωπο. Κι αν η ελπίδα δεν είναι έντονα εμφανής μέσα στο βιβλίο της, ίπταται πάνω από κάθε πονεμένη της διαπίστωση, φτάνει να μπορείς να βλέπεις τις νεράιδες της κι αν όχι αυτές, την Μυρσίνη την ίδια μέσα στο ανείπωτα ανθρώπινο βλέμμα της. Καλοτάξιδο το βιβλίο αυτό της πάλλουσας καρδιάς, αγαπημένη μου ποιήτρια, Μυρσίνη.
ΘΑΛΑΣΣΑ
-Τα μάτια σου μια ατέλειωτη θάλασσα
σε παίρνουν μακριά, σε ταξιδεύουν.
Σε κλείνουν μέσα τους σαν σε αγκαλιά
και με πάνε μακριά, πολύ μακριά.
Με πάνε σε μέρη που ποτέ δεν ήξερα ότι υπάρχουν.
-Χάιδεψέ μου τα μαλλιά, θέλω να κοιμηθώ
κλείσε με στην αγκαλιά σου, εκεί,
ναι εκεί, που ξέρω πως θα κοιμηθώ χωρίς πια να σκέφτομαι.
Ούτε το χθες, ούτε το τώρα, ούτε το αύριο,
σε αυτή την αγκαλιά που έχω ζήσει όλες μου τις χαρές.,
όλες μου τις λύπες. Μαζί σου. Όλα και τα πάντα μαζί σου.
-Σου έλεγα ότι θα ήθελα εκεί,
μόνο εκεί ν' αφήσω την τελευταία μου πνοή,
εκεί που έζησα τα πάντα στη ζωή μου,
να με ζεσταίνεις με το βλέμμα σου καθώς θα φεύγω,
γιατί κρυώνω.
Ναι αγάπη μου, αρχίζω και κρυώνω.
-Όχι! μη φεύγεις από κοντά μου, όχι εσύ θάλασσά μου,
ταξίδεψέ με πάλι όπως μόνο εσύ ξέρεις,.
Θέλω εσύ να με πας στον τελευταίο προορισμό μου,
μόνο εσύ μπορείς.,
μόνο εσύ μπορείς να κουβαλήσεις όλα αυτά που με βαραίνουν.
-Αφήνομαι αγάπη μου, αφήνομαι στο απαλό σου κύμα,
μόνο έτσι θα μπορώ να φύγω, μόνο έτσι πρέπει να γίνει,
* Στα δύο video διαβάζω τα αποσπάσματα: ΟΦΑΝΙΗΛ (μιλάει, αφηγείται ο ένας) και ΜΟΡΑΝΑ (μιλούν, αφηγούνται οι οκτώ).
Όση ώρα διάβαζα τη νουβέλα του Μιχάλη Γριβέα "Φάρος Σκιών", με βρίσκανε μυρωδιές θαλασσινού ιωδίου, αλλά και όλα τα αρώματα στις θύμησες της ελληνικής γραφής, καθώς η πέννα του σε παραπέμπει σε αυτά και στις μορφές, αυτές που με τη συγγραφική τους ιδιαιτερότητα, άφησαν το αποτύπωμά τους ανεξίτηλο στο χρόνο.
Δεν ήταν καν σκέψη, ήταν αίσθηση καθώς αφέθηκα στη γλαφυρότητα της αφήγησής του και σύντομα, πολύ σύντομα, στην ταύτισή μου με τον ήρωά του.
Στο blog αυτό εδώ, παρουσιάζω συνήθως ποιήματα και ποιητές. Όμως το ίδιο το blog έχει από την αρχή στοχεύσει στη μουσικότητα της λέξης. Στο δρόμο ανακάλυψα και την ποιητικότητα της κίνησης, και άρα τη μουσικότητα της εικόνας. Φαίνεται πως όλ' αυτά αποτελούν παραμέτρους μια ευρύτερης καλλιτεχνικής οντότητας που συνδυάζει σώμα, κίνηση, μουσική και λέξεις. Δεν ξέρω πως τη λένε, υπάρχει όμως, είναι εκεί τη βλέπουμε όλοι κι όταν συμβαίνει η ευτυχής συγκυρία της συνύπαρξης αυτής, μιλάμε για ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα.
Ο Μιχάλης Γριβέας μου έστειλε τα κύματα, την αγριεμένη θάλασσα, τη μοναχική μουσική της ψυχής, μου ξύπνησε αισθήματα οργής, θύμησες αντίστασης, πήγε τον ήρωά του μέχρι το τέλος στην ασυμβίβαστη επιλογή του, στο -μη παρέκει- με μόνη δυνατή κατάληξη το θάνατο. Αλλά ο ήρωας αυτός, ο στασιαστής ο επαναστάτης, ο αρνητής της ομαδοποίησης και της συγχώνευσης, ο οραματιστής της δραπέτευσης του ηλεκτρονίου από τον πυρήνα του, αυτός ο ήρωας, σε καμία περίπτωση δεν διεκδίκησε τη θέση του Θεού, δεν κοντραρίστηκε μαζί του, δεν τον αμφισβήτησε, και δεν τον συσχέτισε με τους υπόλοιπους πιστούς, συνεπιβάτες του πλοίου που εγκατέλειψε, πριν βυθιστεί. Αντίθετα το θρησκευτικό αίσθημα γίνεται εντονότερο καθώς οι συνθήκες του δυσκολεύουν κι άλλο, καθώς βλέπει τη ζωή του να κρέμεται από μια κλωστή, η επίκληση φτάνει στα χείλη του με σπαρακτικό τρόπο, η αδυναμία του σώματος τον υποτάσσει στην ανώτερη δύναμη, στην οποία έχει ακουμπήσει τις τελευταίες του ελπίδες για επιβίωση.
Ο ήρωας του Μιχάλη Γριβέα το μόνο που επιθυμεί είναι να γλυτώσει, αν όχι τη ζωή του την ίδια, την ψυχή του από τον καταναγκασμό της ομαδικής βούλησης. Παλεύει με όλες του τις δυνάμεις για να κρατηθεί στη ζωή με την ίδια μανία που παλεύει για να ξεφύγει από τους διώκτες του, είναι ένας διπλός και άνισος αγώνας. Ένας αγώνας που δεν γίνεται να ακολουθήσει μέχρι το τέλος χωρίς την παρουσία ενός συμμάχου. Πραγματικού η φανταστικού, ο σύμμαχος του ενός απέναντι στους οκτώ που τον καταδίωκαν, ήταν ο ίδιος ο θεός που αυτοί πίστευαν πως εκτελούν τις εντολές του.
Εδώ φαίνεται καθαρά η αντίθεση του συγγραφέα με το εκκλησιαστικό πρότυπο, η άλλη μετάφραση του βούλησης του Κυρίου, που είναι συνυφασμένη με την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Και η ουτοπία του ήρωά του, βρίσκεται σε αυτό ακριβώς το σημείο. Η έννοια του επαναστάτη τελικά δεν έχει κτήτορες ιδεολογικούς. Είναι η αντίθετη σε οποιοδήποτε κατεστημένο συνείδηση, που αρνείται την πολτοποίησή της για χάρη του συνόλου. Είναι το γενναίο "Όχι" απέναντι σε κάθε ανεξερεύνητο "πιστεύω". Το "Όχι "ως μόνος τρόπος αντίστασης στον αφανισμό της μονάδας και λίγο πιο πέρα, απέναντι σε κάθε δοσμένο δόγμα και προκατάληψη, έξω από το μαντρί της ομοιογένειας, έξω από το κάδρο.
Γι' αυτό ταυτίστηκα μέχρι τα μπούνια με τον ήρωά του τον ένα κι όχι με τους διώχτες του, Ιαβέρηδες της ανθρώπινης βούλησης. Ακόμα κι επειδή, η δική μου σχέση με το θείο, είναι εξίσου μια τελείως προσωπική υπόθεση.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Είναι και τα αρώματα της γλώσσας που έλεγα πιο πάνω. Τα περάσματα απ' όλες τις εποχές του γραπτού λόγου για να καταλήξουν μέσα στο Φάρο Σκιών, σαν πεζογραφημένη ποίηση συχνά, με λέξεις που χορεύουν σαν νεράιδες γύρω μας, με εικόνες εκπληκτικές που η κάμερα της σκέψης του έχει συλλάβει. Να και γιατί μίλησα για συνύπαρξη ποίησης, εικόνας, μουσικής, κίνησης. Γιατί στο βιβλίο αυτό του Μιχάλη Γριβέα, βλέπεις, διαβάζεις, ακούς, αισθάνεσαι, κινείσαι.
Είχα τη χαρά και την τιμή να γνωρίσω το Μιχάλη με τη συντροφό του Μανίνα στην παρουσίαση του δικού μου βιβλίου, στο δημαρχείο της Καισαριανής πρόσφατα, και τη χαρά να παραβρεθώ κι εγώ στην δική του παρουσίασή. Ένα επιτελείο αξιόλογων συντελεστών πλαισίωσε υπέροχα τη βραδιά, με ομιλίες και μουσική που ξεπροβόδισαν το βιβλίο του στο ταξίδι του προς τον τελικό του προορισμό, που είναι οι αναγνώστες. Ήταν ένα πολύ όμορφο και σε διάφορα σημεία, συγκινητικό μέσω της μουσικής και του λόγου ξεπροβόδισμα. Του αξίζει σαν βιβλίο και μια ανάλογη διαδρομή και δικαίωση μέσα στο χρόνο. Εύχομαι να τη βρει και να γίνει φάρος στις ψυχικές θαλασσοταρχές των αναγνωστών του. Καλοτάξιδος ο "φάρος" σου Μιχάλη μου.
Διαλεγμένα αποσπάσματα από τη νουβέλα. (Είναι λίγα γιατί υπάρχουν και οι δυο αναγνώσεις από το βιβλίο στα βίντεο)
Ο ένας.
"Εκείνοι με καλούσαν κοντά τους για να μην πνιγώ., αλλά
εγώ ήξερα πως το μόνο που θα κέρδιζα ακολουθώντας τη μοίρα τους, αν γλίτωνα
τώρα από τον υγρό τάφο, ήταν ένα χωμάτινο κιβούρι γεμάτο σκουλήκια που θα
κατέτρωγαν το κορμί μου. Τίποτα πιο σίγουρο στον κόσμο δεν υπήρχε από το
προδιαγεγραμμένο τέλος, το οποίο προσκυνούσαν και ευλογούσαν σαν θεϊκό κισμέτ.
Μου ζητούσαν να γίνω ο ένατος της κομπανίας τους… Ιδού η αποθέωση της
μοιρολατρίας!
Όχι, προτιμούσα να με ρουφήξει η απύθμενη αγκαλιά του
Ποσειδώνα μετά από τιμημένη μάχη μαζί του, παρά να παραδοθώ στην οκνηρή υποταγή
των άλλων οκτώ στον Πλούτωνα. Εγώ δεν ήρθα σε τούτον τον κόσμο, όπως αυτοί
για να διαβάσω απλά τους δεδομένους νόμους του. Ήρθα, για να τους αλλάξω! Θα
πάλευα μονάχος για το καινούργιο, το άγνωστο.
Οι οκτώ
«-Δε δικαιούμαστε να τον αφήσουμε στην πλάνη του.
Χρωστάγαμε, στο όνομα της κοινής λογικής, να τον συνεφέρουμε. Να του
αποδείξουμε ότι το υπερφίαλο «εγώ» του πρέπει να υποταχτεί στο σώφρον «εμείς»
Οι οκτώ (αλλού)
"Πόσο να αντισταθεί στον χάρο που καραδοκούσε όπως ο
λύκος τα πρόβατα, να κατασπαράξει όποιον είχε την ατυχία -ή την καταστροφική
έμπνευση- να ξεκοπεί από το κοπάδι…Κι εκείνο το απόκοσμο φως στο βάθος απάντηση
είναι; Μήπως φωτίζοντας τον βέβαιο πνιγμό του μας τιμωρούσε που δεν τον
εμποδίσαμε με τη βία, αναγκάζοντάς μας σαδιστικά να μη χάσουμε ούτε μια τραγική
λεπτομέρεια; Ή πάλι μας δείχνει το δρόμο από εδώ και πέρα; Μήπως είναι μια
«άνωθεν» προσταγή να κυνηγήσουμε το απολωλός πρόβατο, ώστε να του δώσουμε άλλη
μια ύστατη ευκαιρία να σώσει την ψυχή του; Ό,τι και να ήταν -καντήλι εκκλησιάς,
φάρος ή λαμπράδα-οφείλαμε να τρέξουμε
ξοπίσω του. Να προφτάσουμε τον φουκαρά, να τον αρπάξουμε από τη μοναχική του
μοίρα και να τον επαναφέρουμε στο κοινό μας πεπρωμένο.
………..
Οι κίνδυνοι που περνούσαμε ζύγιζαν λιγότερο από το
τρόπαιο της επανάκτησης του «χαμένου» ένατου και την επαναφορά στου στην κοινή
μας κοίτη. Δεν μας λύγισαν ούτε δυο ακόμα ανατροπές και ο απαίσιος τριγμός που
θρυμμάτισε, σμπαραλιάζοντας τελείως το γυάλινο κουβούκλιο της καμπίνας μας. Με
την τελευταία προσευχή στο στόμα, να ευοδωθεί ο αγώνας και να σμίξουμε πάλι με
τον «αντάρτη», σκοτείνιασαν τα πάντα γύρω μας και το νερό μας υποδέχτηκες στα
κατάβαθά του!"
Ο ένας:
Χριστέ μου, γιατί διάλεξες εμένα να δώσω την
ατελεύτητη μάχη μαζί τους; Ή μήπως τούτη η μάχη δεν έχει στόχο να νικήσω τους
ίδιους, αλλά να άρω την κατάρα που εκτόξευσε ο πατέρας σου στους προπάτορές
τους; Μπας και αυτός ο σκληρός αγώνας είναι η δική σου υπογράμμιση ότι δεν αρκεί
ένα ρεσάλτο για να ξεφύγω από την πατρογονική τους καταδίωξη; Είναι μήπως μια
ακόμη μάχη που προστάζεις να δώσω με δαύτους, για να σε πείσω ότι ποτέ, με
τίποτε, ό,τι και να μου συμβεί, δεν θα συμβιβαστώ με την ειμαρμένη τους;
Οι οκτώ:
"Δεν μπορούσαμε να τον αφήσουμε ελεύθερο να κάνει ό,τι
θέλει. Αυτό ισοδυναμούσε με την καταδίκη του, αφού εκείνος αδυνατούσε να
καταλάβει ότι η μοναδική ελπίδα σωτηρίας ήταν να μοιραστεί την τύχη του μαζί
μας. Η μοναχική του πορεία ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Έπρεπε να τον
σταματήσουμε πάση θυσία.
"-Πάση θυσία;" μουρμούρισε ντροπαλά μια από τις κοπέλες
της συντροφιάς μας.
"-Πάση θυσία, χωρίς αμφιβολία", απάντησε χωρίς χάσιμο
χρόνου ένας από τους άντρες."
Βιογραφικό του δημιουργού
Ο Μιχάλης Γριβέας του Κωνσταντίνου είναι συγγραφέας, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Γεννήθηκε το 1955 στην Αθήνα και κατοικεί στην Αγία Παρασκευή Αττικής. Είναι παντρεμένος με τη Μανίνα Μπαζαίου και πατέρας του Κωνσταντίνου και της Χρυσάνθης.
Σπούδασε στο τμήμα Τοπογράφων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Περιφερειακής Ανάπτυξης (χωροταξίας) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα.
Εργάστηκε ως μελετητής Τοπογράφος μηχανικός – χωροτάκτης. Δραστηριοποιείται κοινωνικά από φοιτητής μέχρι σήμερα.
• 11 έργα του (2 μυθιστορήματα, 2 νουβέλες & 7 διηγήματα) έχουν βραβευτεί σε ισάριθμους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, αποσπώντας 4 Α΄ βραβεία.
• Έχουν παιχτεί 3 θεατρικοί μονόλογοι με βάση διηγήματα ή αποσπάσματα βιβλίων του.
• Το διήγημά του «Ανελκύστε τη Σελήνη» έχει γίνει ραδιοφωνικό Audio.
• Λαμβάνει μέρος ως κριτής σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Προηγούμενα βιβλία του:
• «Λίλιθ και Λασθινία», μυθιστόρημα, 2020, εκδοτικός οίκος «ΕΛΚΥΣΤΗΣ».
• «Ανελκύστε τη Σελήνη», συλλογή διηγημάτων, 2019, εκδοτικός οίκος «ΙΩΛΚΟΣ».
Φαρμακοποιός, αθλητής, μουσικόφιλος, εραστής της
τέχνης και του ωραίου, αρνητής της άμορφης συμπαγότητας της μάζας και της πεζής
καθημερινότητας, σκακιστής, ταξιδευτής του ονείρου.
Αυτός είναι ο Θανάσης Γκίκας, γεννημένος στην
Ηλιούπολη Αττικής, πριν από εξήντα ένα χρόνια, που μόνο ημερολογιακά τον
αφορούν.
Ο Σάκης, κέρδισε προχθες στις 29/05/22 το χρυσό
μετάλλιο στους Πανελλήνιους Αγώνες Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης με αμαξίδιο. Είχε
μόνο μία εβδομάδα στη διάθεσή του για να προπονηθεί, από τη στιγμή που δήλωσε
συμμετοχή στους αγώνες αυτούς. Και εξαιτίας της πανδημίας δεν είχε την ευκαιρία
να προπονηθεί παρά ελάχιστες φορές σποραδικά. Πως λοιπόν τα κατάφερε να πάρει
το χρυσό μετάλλιο που δεν είχε καταφέρει να κατακτήσει με σκληρές προπονήσεις επί
σειρά ετών πριν; Το χρυσό στο ατομικό πάντα, γιατί στο διπλό έχει στεφθεί
νικητής μαζί τον συμπαίχτη του Χρήστο Φράγκο, το 2018
Κι ενώ για τους περισσότερους αποτελεί πραγματική
απορία το ερώτημα αυτό, για όποιον σκεφτεί μια δεύτερη φορά την προσωπικότητα
και τη διαδρομή του Σάκη στη ζωή, δεν χωράνε τέτοιες απορίες. Γιατί από τα
πρώτα της ζωής του, έδωσε τη μεγάλη μάχη με το πεπρωμένο του και βγήκε νικητής.
Η μάχη αυτή δεν τον άφησε χωρίς τραύματα. Όμως ο Σάκης αποδείχτηκε ένας
πραγματικός δια βίου πολεμιστής, που δεν δέχτηκε ούτε στιγμή να μπει στο
περιθώριο ως άπρακτος βετεράνος. Πάλεψε με τους δαιμονές του και τις σκληρές του
συνθήκες, απαιτώντας το αυτονόητο που απαιτούμε όλοι, την ίση μεταχείριση
μεταξύ των ανθρώπων, κέρδισε κι έχασε μάχες, αλλά δεν το έβαλε κάτω.
Καταξιώθηκε κοινωνικά με όλους τους τρόπους και αποτελεί το πολύτιμο υγιές
μέλος μιας κοινωνίας ανίκανης να βρει τα βήματα και την ταυτοτητά της. Ο Σάκης
είναι εκεί για να της δείχνει το δρόμο, ακούραστος, αγέραστος, με τις
ευαίσθητες αντένες του να συλλαμβάνουν κάθε κακώς κείμενο, αισιόδοξος, με το
χαμόγελο πάντα χαραγμένο στα χείλη του, παράδειγμα προς μίμηση για την κάθε
μεμψίμοιρη και πεσιμιστική ύπαρξη, φωτεινός σαν ήλιος. Γιατί έχει κάνει πράξη
στη ζωή του τα λόγια του τραγουδιού «theshowmustgoon»
Και φέτος, ήρθε η στιγμή να γευτεί τη χαρά της
ανταμοιβής, για τα τόσα χρόνια ιδρώτα, προπονήσεων, αγώνων, μέσα στις αίθουσες της
επιτραπέζιας αντισφαίρισης. Ένα χρυσό στους πανελλήνιους αγώνες. Ένα μετάλλιο
που μόνο οι πολύ σκληρά προπονημένοι αθλητές μπορούν κατακτήσουν σε οποιοδήποτε
άθλημα, αθλητές σαν τον Σάκη που δεν το βάζουν κάτω και δεν τους πτοούν οι
απογοητεύσεις. Η διαφορά βρίσκεται μόνο, στο ότι εκείνος, είναι παρών σε κάθε
αγώνισμα που απαιτεί τον συνδυασμό του πνεύματος και της φυσικής κατάστασης, είτε
πρόκειται για τις αίθουσες του pingpong,
είτε για το σκάκι, είτε για τον στίβο της ίδιας του της ζωής.
Εύγε λοιπόν πρωταθλητή Θανάση Γκίκα, δικέ μας Σάκη,
για το κατόρθωμα σου αυτό, αλλά κυρίως, γι’ αυτό που είσαι και ήσουν πάντα, και
που δεν θα μπορούσε να καταλήξει αλλού, πέρα από αυτή την σημαντική μεν,
μικρότερη της αξίας σου δε, επιβράβευση.
Γνωρίστηκα με τον Ηλία Παπακωνσταντίνου πριν από μερικά χρόνια όταν λόγω της ιδιοτητάς του ως αντιπρόεδρος της Π.Ε.Λ του τηλεφώνησα για να τον ρωτήσω τις απαραίτητες προϋποθέσεις, για να γίνει κανείς αποδεχτός ως μέλος του συλλόγου.
Ο Ηλίας μου έδωσε τις πληροφορίες, εγώ είχα τις προϋποθέσεις, κατέθεσα τα βιβλία μου στη γραμματεία και έγινα μέλος.
Από τότε και μετά ξεκίνησε να χτίζεται μια υπέροχη φιλία που έως τα τώρα, τρία χρόνια μετά, μπορώ να πω ότι έχουμε "έτοιμο για κατοίκηση, τον πρώτο της όροφο".
Πέρα από τ' αστεία όμως, ο Ηλίας αποδείχτηκε ένας υπέροχος φίλος, συνεργάτης, άνθρωπος της δημιουργικής πρωτοβουλίας και της προσφοράς. Ανήκει στην κατηγορία των givers , κι όλα αυτά τα κατάλαβα με τις δια ζώσης συναντήσεις μου μαζί του, πολύ πριν διαβάσω δικό του ποιητικό έργο, ή ακούσω τα τραγούδια του. Τα τραγούδια του ήταν ο πιο γρήγορος κι εύκολος τρόπος για την πρώτη μου επαφή με το στίχο του κι άρχισα να τα ψάχνω στο youtube και να τα ακούω. Με το θάρρος της γνωριμίας που όλο και περισσότερο έδενε, ο Ηλίας μου έστειλε και μερικά ακυκλοφόρητα να ακούσω, τραγούδια πάντοτε, πολλά από αυτά ήταν μελοποιημένη ποίηση. Μέχρι που αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου και βιβλίο του, και εκεί είδα το εύρος της ποιητικής του δύναμης, έμπνευσης, με λίγα λόγια το συγγραφικό εν γένει ταλέντο του ποιητή. Ήταν σα να τον ανακάλυπτα για δεύτερη φορά. Ένιωσα πολύ τιμημένη από την ευλογία της φιλίας του, πολύ υπερήφανη και χαρούμενη για τον τίτλο αυτής τιμής, "φίλη".
Εδώ θα μιλήσω για τον ποιητή Ηλία Παπακωνσταντίνου και το έργο του.
Ο Ηλίας, αγροτεύει την ψυχή του αλλά και τις ψυχές όλων μας. Και είναι μια πράξη αυτή που κρατάει δεκαετίες, γιατί έτσι έχει μάθει να υπάρχει, έτσι μπορεί μόνο να υπάρχει, ως άνθρωπος που δεν σταματά να σκάβει στις μνήμες, να περνάει στο σώμα και τη σκέψη του τις οδύνες, να την περνάει την ψυχή αυτή μέσα από, και πάνω από το χρόνο στην ιστορία των ανθρώπων που μαζί τους αυτή συμπορεύτηκε...καθώς επιστρέφει στους τόπους τους για να ζήσει τα γεγονότα ως αυτόπτης μάρτυρας, καθώς καταγράφει πάνω της, με το καρφί της μνήμης τις σκηνές, τις εικόνες, τα γεγονότα. Κι αυτό αφορά όλες τις θεματολογίες του, όλα τα έργα του, κάθε τόπο που το μάτι της ψυχής αυτής ακούμπησε πάνω του, κάθε λυγμό και γέλιο που το αυτί της άκουσε.
Στο βιβλίο του "Ασία μου Μικρά", διαπραγματεύεται τη Μικρασιατική καταστροφή, μ' έναν τρόπο σπαρακτικό. Είναι ο καπνοπαραγωγός, ο στρατιώτης, ο Έλληνας, το Αρμενάκι, ο φιλήσυχος γείτονας Τούρκος, ο ιδιοκτήτης του αλόγου που έμεινε πίσω εκεί...
Είναι ο καημός ο ίδιος για τις πόλεις και τους ανθρώπους που χάθηκαν, είτε που ξεριζώθηκαν σε ένα μέρος εχθρικό, σε μια μάνα αφιλόξενη. Τα ποιήματα πεζογραφημένα ή έμμετρα στο βιβλίο αυτό του Ηλία Παπακωνσταντίνου, είναι όπως λέει κι ο ίδιος, "το χθες με τις απίθανες στιγμές που ξανάρθε, με πήρε από το χέρι κι άρχισα να ωριμάζω μέσα του, μου είπε, του είπα και οικοδομήσαμε το χρέος της ανάμνησης".
Ένα χρέος λοιπόν. Ένας φόρος τιμής σε αυτά και αυτούς που χάθηκαν, σε αυτά και αυτούς που κουβάλησαν σε αυτήν εδώ τη χώρα τον πολιτισμό, μοναδική τους αποσκευή, για να ξεκινήσει να φυτρώνει και να μεγαλώνει το δέντρο του μέσα της, να της θυμίσουν με καρτερία δεκαετιών τι έχασε μέσα στη λήθη της, να της δείξουν το δρόμο ξανά για τη δημιουργία, την ευημερία, την αποδοχή που μόνο με αυτήν μπορεί να χτιστεί πραγματικά πολιτισμός και πρόοδος.
Ο ποιητής συμπάσχει, δοξάζει, νοσταλγεί και ευγνωμονεί μέσα από αυτό το έργο του, το μικρασιατικό στοιχείο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη μιας έμμεσης απολογίας, μιας ελληνικής συγγνώμης που κανείς μέχρι τώρα δεν είχε το θάρρος ή την παλικαριά να ξεστομίσει προς αυτό. Συντετριμμένος από τις τύχες των ανθρώπων της επόμενης μέρας του τότε, από τον θρήνο της ψυχής τους, από τη συνύπαρξη της καθημερινότητας τους με τη λαχτάρα της επιστροφής.
"Δεν δικαιούμαι να μην ανήκω εκεί που ποτέ δεν γεννήθηκα, γιατί με την καρδιά, του εκεί, ανασαίνω".
Συνέχισε να ανασαίνεις Ηλία μου. Γιατί με το αίμα της πέννας σου και το "εκεί" της δικής σου ψυχής, ανασαίνουμε κι εμείς!
Βιογραφικό
Αυτό που παραθέτω εδώ, είναι γραμμένο στο βιβλίο του "Ασία μου Μικρά",
Γράφει λοιπόν ο ίδιος.
"Γεννήθηκα στη Δεσφίνα Φωκίδας την άνοιξη στις 8 του Απρίλη. Η ομορφιά και η αγριάδα του τόπου, η θάλασσα και το βραχώδες τοπίο, μαζί με τους Δελφούς λίγο πιο πέρα, διαμόρφωσαν τον κόσμο μου.
Από μικρή ηλικία γεννιόντουσαν ποιητικές ιδέες στη σκέψη μου και όσο περνούσε ο καιρός, φύτρωναν μέσα μου. Στην ποίηση υπάρχει η αλήθεια και η λύτρωση, ακόμη, ο υπερπραγματισμός που έρχεται άξαφνα να σώσει τις στιγμές μας, από εκεί που δεν το περιμένουμε. Οι λέξεις μέσα στο χρόνο ή το άχρονο, έγιναν ποιητικές συλλογές, τραγούδια, μυθιστόρημα, θεατρικός λόγος, διήγημα, παραμύθι, μουσικοποιητικές εκδηλώσεις. Κοιτώ στα μάτια της αντιξοότητες της αιωνιότητας, το δίκαιο, την αγάπη και το φως και τους μιλώ με ποίηση.
Η σύμπλευση με τους ανθρώπους της τέχνης και γενικότερα, θέλω να έχει ουσία και ένα ισχυρό αποτέλεσμα για δίκαιο και ανθρώπινο κόσμο, μακριά από εγώ, εσύ, επιτηδευμένο λόγο και ανούσια περιττά υλικά αγαθά. Γι' αυτό οι συνεργασίες μου είναι πολύ σημαντικές για την επίτευξη δημιουργικού χρόνου και αποτελέσματος στο Εμείς".
Δείγμα της ποιητικής γραφής του από το βιβλίο του "Ασία μου Μικρά" εξαιτίας και της πρόσφατης παρουσιασής του, στο δημαρχείο της Καισαριανής.
ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΙ
Ήρθαν εκείνα τα πεισματικά βεγγαλικά στις τσέπες του νου για να μην ξεχνιέμαι στις νέες πόλεις που γεννήθηκε το κορμί μου.
Είχε αρχίσει από πολύ νωρίς η σκέψη να δραπετεύει, την έσπρωχνε ο αέρας της φαντασίας και το γονίδιο καρφωμένο στην ανατολική μου ανάγκη.
Δεν δικαιούμαι να μην ανήκω εκεί που ποτέ δεν γεννήθηκα, γιατί με την καρδιά, του εκεί, ανασαίνω.
Έρχονται εκείνα τα βλέμματα -τόσο φυσικά και αφύσικα μαζί - στην ψυχή μου και πιάνουμε κουβέντα για το απόλυτο κενό.
Δεν δικαιούμαι να μην παίρνω στα δάχτυλα, σαν πολύτιμο αλόγιστο, εκείνα τα ματοτσίνορα που έκαναν μια αιωνιότητα να ανοίξουν διάπλατα.
Είχε γεμίσει το σώμα τους ναυάγια και ακρογιάλια με ασυνήθιστες φωνές, τα πουλιά στο βυθό της θάλασσας και τα ψάρια σπάραζαν δίπλα στους νεκρούς.
Δεν δικαιούμαι να γελάω έτσι αναίσθητα και πέρα από τον θάνατο της σάρκας, καθώς θα συναντώ το αίμα μου σε όποιον δρόμο κι αν πατήσω, σε όποιον χρόνο κι αν υπάρξω.
Ήρθε το κλάμα της τελευταίας σάλπιγγας, ψάχνει ακόμη τα χείλη και την ανάσα του σαλπιγκτή, παραμονεύει τις λέξεις, τους στεναγμούς, σκοτώνει καθημερινά την ματαιότητα και τον σαρκώνει πάνω στο ορφανό μέταλλο.
Δεν δικαιούμαι να ξεχάσω ούτε ένα από τα αηδόνια της Μικρασίας, αυτά που δεν έμαθαν τι αξία έχει η λαλιά τους, αλλά και τα άλλα, με τους πληγωμένους-πληρωμένους Απρίληδες στο σώμα, που έγερνε από τους μπόγους των αναμνήσεων.
Ήταν κάποιοι παππούδες, κάποιες γιαγιάδες που δεν αρτύθηκαν ποτέ και ανήκαν σε όλους μας. Τα παραμύθια που ξεστόμιζαν δεν ήταν μυθοπλασία, ήταν η ιστορία που μας έντυσε στο παρατεταμένο προσφυγικό κρύο.
Δεν δικαιούμαι να μην ανήκω εκεί που ποτέ δεν γεννήθηκα, γιατί με την καρδιά, του εκεί, ανασαίνω.
ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
Τα φιλιά είχαν σωπάσει, είχε ο λόγος τόση μοναξιά.
Και για ενοχές; Δεν τις έβρισκες πουθενά, όπου κι αν έψαχνες. Ενοχές είπατε; Που να ψάξεις εκείνες τις ώρες για το άδικο, μα ούτε ύστερα έγινε κάτι.
Ήταν τσαλακωμένη η μητέρα μας, είπαν, το ένα πόδι της κομμένο στα δάχτυλα του, εκεί που κατοικούσαμε, το άλλο σε σπίτι πολυτελείας χόρευε ευρωπαϊκούς χορούς σε εντολές ανήκουστες.
Κι εγώ έβρισκα λόγους να σκέφτομαι τα χείλη της, υπερστροφές στη δύση έκανε η καρδιά.
Ήξερα πως είχες αφήσει τα αισθήματά σου για μένα στο βράχο της αμμογυαλάδας, εκεί που έφτιαχνε το κύμα τρόπο για ερωτευμένους, εκεί τα άφησες λίγο πριν ανέβεις στο πλοίο της χαρακιάς.
Μυριζει το φιλί καπνό και πως να το ξεχάσω.
Πόσα φιλιά χάθηκαν αγαπημένη, σαν τα ανθόσπαρτα χωράφια που έμειναν σε ενός χέρσου καιρού τον χειμώνα.
Κι εμείς δεν ξαναβρεθήκαμε ποτέ από τότε. Υπάρχει και σήμερα κρύο κι αγγίζω εκείνες τις ώρες της κακής φωτιάς να ζεσταθώ μόνο από το φιλί σου, γιατί το σώμα και η ψυχή κάηκαν και πάγωσαν μαζί από τότε. Τότε που δεν ήξερα πως τα φιλιά σωπαίνουν έτσι ανήκουστα.
ΤΟ ΧΘΕΣ ΜΑΣ
Η απόσταση από το χθες μικραίνει μέσα μου,
υλοποιείται ό,τι ποτέ δεν γνώρισα,
έτσι αφάνταστα παίρνει μορφή.
Έσκυψε στον ερχομό μου κι ανέβηκα πάνω της,
πάτησα στο εύθραυστο γυαλί της,
καθάρισα τη σκόνη και γνώρισα τα μάτια μου
έναν αιώνα πριν να κολυμπάνε στις ακτές της.
Ήρθε όλη η πόλη και αραδιάστηκε στην ψυχή μου
κι εγώ σέλωσα την αξιοπρέπεια των στιγμών
και άρχισα να χτίζω τα Βουρλά στην ανάμνηση.
Άρχισα για να μην τελειώσω αυτό το είδος ταξιδιού
μέσα μου, να στέκει έτσι λιτό και υπερόμορφο
σαν τα πέτρινα σπίτια τους που αντιστάθηκαν
στον θάνατο.
Δεν ήταν μια νέα εφεύρεση, προϋπήρχε
σαν αρρυθμία μέσα μου, σαν το ράδιο που αφέθηκε να
παίζει μόνο του στο φύγε των δικών μου.
Είχαν πολλά ζευγάρια στήθια τα μάτια της μελωδίας
και του καπνού, μέσα στις πέτρες φύονταν κι άντεξαν
κι αντέχουν ακόμη.
Το χθες με τις απίθανες στιγμές ξαναήρθε,
με πήρε από το χέρι κι άρχισα να ωριμάζω μέσα του,
μου είπε, του είπα και οικοδομήσαμε το χρέος της
ανάμνησης.
ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ
Το άλογό μου που 'κλαιγε
και έτρεχαν τα μάτια του
με κοίταζε και μου 'λεγε
της λύπης τα κομμάτια του.
Το άλογό μου που 'τρεχε
ξοπίσω ως το λιμάνι
με ποιον θα μείνω φώναζε
σαμάρι ποιος θα μου βάνει.
Τρεις άντρες το συγκράτησαν
να μη με ακολουθήσει
τα μάτια μου δεν κράτησαν
ζήσανε και άλλη δύση.
Το βλέμμα του δεν ξέχασα
σαν άστρο μέσα στο χαμό
όλα σχεδόν τα έχασα
μες στου αλόγου το λυγμό.
ΣΚΑΛΑ
Η πόλη πάνω καίγεται, η Σκάλα δεν πιστεύει,
τ' αμπέλια ποιος τα τρύγησε και χάθηκε ο χυμός,
Υπάρχει ψυχή στο άδικο και ποιός τ' αναμοχλεύει
ποιός να δικάσει τη στιγμή που έχασε ο Θεός;
Πάντα θα ψάχνω μέσα μου, δυο κόσμους θα κοιτάζω,
στην θάλασσα την προσμονή και την πληγή στο χώμα,
δέκα καρδιές στο σώμα μου θα 'χω για να αλλάζω
για της ψυχής το χαλασμό λέξη δεν θα 'βρει στόμα.
Σκάλα που χάνεις τα σκαλιά, πέλαγο μεθυσμένο
χαμένο ειν' το παράθυρο σε μακρινή στεριά
το τσιγάρο απ' τα καπνά του κόπου μου σβησμένο
πού να 'βρω έναν ουρανό όλα να τα χωρά;
πού να 'βρω ένα στεναγμό τον πόνο να χωρά;
Έργα του
"Αστερισμοί στα πνεύματα από πέτρα και σάρκα" Ποίηση
"Από πέτρα και σάρκα" Ποίηση.
"Πρόσθεσε - Αφαιρώντας" ποίηση
"Μικροί Θεοί - Μεγάλοι Άνθρωποι" Ποίηση
"Ο Κύριος YOU SEE" Μυθιστόρημα.
"Αήττητο αλάτι" Βιβλίο cd, ποίηση, στίχοι, τραγούδια.
"Διάλογος με τον κυρ. Αλέξανδρο" Πεζός και ποιητικός λόγος.
Γνώρισα τον Αλέξανδρο Ψαρρά στους Δελφούς φέτος το Σεπτέμβρη που είχαμε πάει με την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών για τον διήμερο ποιητικό διαγωνισμό που γίνεται κάθε χρόνο εκεί. Γνωριστήκαμε τέσσαρα άτομα σε αυτό το ταξίδι και δέσαμε σαν παρέα του διημέρου, τα άλλα δυο ήταν η Ελένη και η Αναστασία, οι δυο διαγωνιζόμενοι ήταν ο Αλέξανδρος και η Αναστασία, εμείς οι Ελένες είχαμε πάει για "τουρισμό". Άκουσα πολλά ποιήματα και τις δυο μέρες, ανάμεσα στα οποία ήταν και των δυο νέων φίλων μου, ένιωσα πολύ χαρούμενη ακουγοντάς τα και τυχερή που με αυτούς τους ανθρώπους βρέθηκα κοντά από την αρχή, ένιωσα υπερήφανη γι' αυτούς.
Τα ποιήματα και των δύο πήραν τιμητική διάκριση, εγώ θεώρησα και θεωρώ ακόμα πως τους άξιζε κάτι καλύτερο. Ο Αλέξανδρος είχε ήδη εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή πρόσφατα, τα Μπλε τετράδια και είχε ορίσει και ημερομηνία της παρουσίασης, μου έδωσε μια πρόσκληση. Η πρόσκληση είχε αποτυπωμένη τη ζωγραφιά από το εξώφυλλο του βιβλίου, ήταν μια πεταλούσα σε γαλάζιο φόντο, ήταν μια πεταλούδα που βλέπω στον ύπνο μου τον τελευταίο χρόνο συνέχεια και το θεώρησα σημαδιακό. Βέβαια από τη ζωγραφιά έλειπε το πολύχρωμο των φτερών της, αλλά δεν έχει σημασία που αφαίρεσαν τα χρωματά της, ήταν η πεταλούδα μου. Και για κάποιο άγνωστο με τη λογική λόγο, ήμουν σίγουρη πως το βιβλίο αυτό περιείχε μέσα του κάτι σποδαίο.
Ο Αλέξανδρος είναι ένας ευχάριστος και ανοιχτός άνθρωπος που σε κάνει να νιώθεις άνετα μαζί του από την πρώτη στιγμή. Είναι επίσης ένας ζεστός και γεμάτος ενδιαφέρον για τους γύρω του άνθρωπος. Το χιούμορ του λεπτό οι ατάκες του εμπνευσμένες η απλότητά του αφοπλιστική. Εμένα αυτά μου έφταναν και μου περίσσευαν για να νιώσω πως στο ταξίδι αυτό αποκόμισα κάτι περισσότερο από μια απλή εμπειρία και πως οι εικόνες που γέμισαν τα μάτια μου δεν ήταν μόνο του τοπίου και της φύσης, αλλά πέρασε κάτι μέσα μου και από τα χρώματα της ψυχής του, αποκόμισα δε το σημαντικότερο, έναν καινούργιο φίλο.
Πριν από λίγες μέρες πήγα στην πολυαναμενόμενη παρουσίαση του βιβλίου του, που δεν είχα πιάσει ακόμα στα χέρια του. Τα είδα σε ντάνες πάνω σε ένα τραπεζάκι μπαίνοντας και μ' έπιασε ανυπομονησία. Το πήρα, το φυλλομέτρησα, το ακούμπησα στο τραπέζι που κάθισα και το διάβαζα όση ώρα μιλούσε ο συντονιστής να τον πω έτσι, της παρουσίασης, τον οποίο έβρισκα κομμάτι βαρετό, γι' αυτό κι άρχισα να διαβάζω το βιβλίο, μέχρι ν' αρχίσουν οι απαγγελίες. Τα ποιήματα που ακούστηκαν στις απαγγελίες, είχα προλάβει να τα διαβάσω. Ένα από αυτά είναι κι αυτό που απαγγέλω στο βίντεο, το αύριο. Διάλεξα αυτό γιατί έκρινα πως του άξιζε μια "ακουστική" αποκατάσταση, αλλά στο βιβλίο μέσα βρήκα πως στα περισσότερα άξιζε ν' ακουστούν, θα ήθελα να ακουστούν. Απήγγειλα και έγραψα σε βίντεο τα ποιήματα "Ερωτας" και "Θλίψη", όμως η ανάρτηση δεν μπορει να περιέχει παραπάνω από ένα, αλλιώς θα αδικούσα όλους τους προηγούμενους δημιουργούς που έχω παρουσιάσει. Τα δύο από τα ποιήματα που αναφέρω θα τα παραθέσω εδώ να τα διαβάσετε μόνοι σας.
Αυτό που έχω να πω για την ποίηση του Αλέξανδρου Ψαρρά, είναι ότι με ξάφνιασε. Δηλαδή αυτό που με ξάφνιασε ήταν το αλάθητο της διαισθησής μου για την ποιησή του. Μιλώντας για το βαθύτερο νοημά τους, πρόκειται για αποστάγματα ατέλειωτων εσωτερικών διαδρομών, κύκλους ζωής που σημαδεύουν οι λέξεις σαν φωτογραφίες σε αέναη κίνηση στο χρόνο. Οι λέξεις ζουν και κουβαλάνε πάνω τους τις πικρές διαπιστώσεις, τα όνειρα, την πεθυμιά, τη νοσταλγία, τη ζωή ολόκληρη του δημιουγού τους, οι λέξεις οι ανεπιτήδευτες, οι γεμάτες θάρρος και ειλικρίνεια, ένα όχι και τόσο δύσβατο μονοπάτι για να βαδίσει κανείς προς την ψυχή του ποιητή, όταν αυτός θέλει πραγματικά να σε φέρει σ' αυτήν.
Τα τεχνικά μέρη αυτής της κατάθεσης δεν είναι δικιά μου δουλειά και δεν μ ενδιαφέρουν άλλωστε. Εγώ κρατώ ένα βιβλίο στα χέρια μου που με βυθίζει και στις τέσσερις ενοτητές του, τις τέσσερις εποχές της ζωής του δηλαδή, στις τέσσερις εποχές όλων των χρόνων που οδήγησαν σε αυτή την τόσο ευγλωτη περίληψη.
Και αισθάνομαι μετά απ' όλ' αυτά, πως η ποίηση θα βρίσκει πάντα τρόπο να μας δείχνει την παρουσία της, όσο υπάρχουν ψυχές ανοιχτές σαν του Αλέξανδρου, ικανές να δεχτούν τα ερεθισμασμά της και να ανταποκριθούν σ' αυτά. Και φυσικά δεν μπορώ ν' αποφύγω και τη σκέψη πως δεν βγαίνω μόνο εγώ/εμείς κερδισμένη/οι από αυτό, αλλά και η ποίηση η ίδια.
Βιογραφικό (από το εσωτερικό του εξώφυλλου)
Ο Αλέξανδρος Ψαρράς γεννήθηκε στην Αθήνα.
Σπούδασε στη φυσικομαθηματική σχολή του ΑΠΘ αλλά μελέτησε περισσότερο τους ανθρώπους και τις ιδέες. Εργάστηκε στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα αλλά και ως ελεύθερος επαγγελματίας. Υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και απέκτησε μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Μαθησιακές Δυσκολίες και την Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων. Έχει παρακολουθήσει επιμορφώσεις για θέματα εκπαίδευσης, ιστορίας και πολιτισμού, Νέων Τεχνολογιών κ.α Υπήρξε δριαστήριο μέλος συνδυκαλιστικών, πολιτικών και πολιτιστικών φορέων. Γράφει από νεαρή ηλικία, με διαφορετικές αφορμές και ύφος.
Είχα τη χαρά και την τιμή να γνωρίσω τη Χριστίνα Οικονομίδου στο χώρο του Μικρού Πολυτεχνείου. Η Χριστίνα δίδασκε και διδάσκει σε αυτό, δημιουργική γραφή και μυθοπλασία. Μέχρι τη στιγμή που εντάχτηκα σε κάποιο της τμήμα δεν είχα ιδέα για την δουλειά της με τις ομάδες, όπως άλλωστε και για τη δουλειά των περισσοτέρων καθηγητών, ο ρόλος μου εκεί πέρα ήταν άλλος. Το πρώτο σεμινάριο που παρακολούθησα με συντονίστρια την ίδια ήταν αυτό της δημιουργικής γραφής, ήταν σύντομο και δεν το ευχαριστήθηκα πολύ, καθώς μόλις είχα ανακαλύψει τη χαρά της επιτόπου εξωτερίκευσης των σκέψεων και συναισθημάτων σου και τις άμεσες αντιδράσεις. Γι' αυτό κι όταν την επόμενη διδακτική περιόδο η Χριστίνα ανέλαβε να διδάξει μυθοπλασία, που ήταν ένα πολύμηνο σεμινάριο, έτρεξα από τους πρώτους να ενταχτώ σ' αυτό καθώς η εμπειρία μου από το πρώτο, με είχε αφήσει με τις καλύτερες εντυπώσεις αλλά όχι χορτασμένη από την συνυπαρξή μου με μια συγγραφική ομάδα κάτω από την διακριτική της καθοδήγηση. Η ομάδα θυμάμαι πέταγε, σε όλη τη διάρκεια του σεμινάριου, ακούγαμε τα μυθιστορήματα σε συνέχειες από εβδομάδα σε εβδομάδα, την κάθε φορά κι από δυο ή τρεις που διάβαζαν, ανάλογα πόσο μας έπαιρνε η ώρα, και ήταν ιστορίες και αφηγήσεις η μια καλύτερη από την άλλη, τόσο δυνατή ομάδα, πραγματικά σε άφηνε με την αδημονία της επόμενης συνάντησης για να ακούσεις τη συνέχεια της ιστορίας που έγραφαν. Με το μαγικό της ραβδί η Χριστίνα και χωρίς να μιλάει πολύ, σχεδόν καθόλου, μας έκανε να ξεπερνάμε τους εαυτούς μας και τώρα που το σκέπτομαι όλο αυτό, το προκαλούσε το εκτόπισμα αυτής της σιωπηλής και συγκεντρωμένης επάνω μας φιγούρας, που παρακολουθούσε την εξέλιξη του εγχειρήματος, στην ουσία που την προκαλούσε.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Εγώ έπαψα να εργάζομαι στο χώρο και κατα συνέπεια έπαψα και να συναντιέμαι με τη Χριστίνα τα βράδια, αλλά δεν έπαψα ποτέ να την παρακολουθώ σαν δημιουργό, σαν ποιήτρια. Αλλά η Χριστίνα ανήκει σε κείνη την κατηγορία των ποιητών που ο άνθρωπος είναι ο ποιητής, η κατηγορία εκείνη δηλαδή που πάντα και μόνο μου τραβούσε το ενδιαφέρον, αφού σημασία δεν είχε ποτέ τι λέει κανείς ή πόσο όμορφα τεχνικά μπορεί να το έχει προβάλει, αλλά πόσο το εννοεί αυτό που λέει, για μένα τουλάχιστον. Την εκτιμώ λοιπόν και τη θαυμάζω σαν άνθρωπο πάνω απ' όλα. Σήμερα η αγαπημένη μου Χριστίνα έχει τα γενεθλιά της κι αυτό το μικρό αφιέρωμα αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση στο blog εδώ, της ποιητικής της, με ποιήματα από το βιβλίοο της "Matthew και Sirley", όχι αρκετό για να σχηματίσει κανείς μια πλήρη εικόνα από τη συνολική αξιόλογη δουλειά της, αρκετή όμως για να της δείξω με αυτό το τρόπο την αγάπη μου και να της ευχηθώ μακροζωία, ευτυχία, εμπνευση και δημιουργική συνέχεια.
Για τη δουλειά της επι του συνόλου και τα έργα της θα επιστρέψω με ειδικό αφιέρωμα σύντομα σχετικά, μετά από την απαραίτητη μελέτη.
Από το βιογραφικό του βιβλίου της.
Η Χριστίνα Οικονομίδου γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο Μόναχο και στην Αθήνα. Γράφει, μεταφράζει και επιμελείται λογοτεχνιά και θεωρητικά κείμενα, ενώ άρθρα κείμενα και βιβλιοκρισίες της δημοσιεύονται τακτικτά στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Είναι η αρχισυντάκτρια στην εκπομπή για το βιβλίο "Άξιον εστί" του Βασίλη Βασιλικού και διευθύνει το μηνιαίο free press περιοδικό για το βιβλίο index. Διδάσκει επίσης, Δημιουργική Γραφή στο Μικρό Πολυτεχνείο.
Έχει εκδώσει δύο βιβλία ποίησης, (περισσότερα πια τώρα) Η Γυναίκα και το Δέντρο της Σιωπής/ Μύθοι και Ωδίνες (Απόπειρα 1994) και Χειρονονομίες της Αισθητικής (Απόπειρα, 1997), καθώς και 15 μη λογοτεχνικά βιβλία.
Διηγηματά της περιλαμβάνονται στις συλλογές Κοκτέιλ μολότοφ (Κοχλίας 2003) και Νάνι, τ' άνθι των ανθών: Ωδή στη μητέρα (Ίνδικτος 2005)
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-
μαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-
σμαρίνια
- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα
βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.
Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
Από τα «Ανοιχτά χαρτιά» του Οδ. Ελύτη:
«Έχω συλλάβει τη μορφή μου κάπου ανάμεσα σε μια θάλασσα, που ξεπροβάλλει από το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι μιας εκκλησιάς, και σ' ένα κορίτσι ξυπόλητο, που του σηκώνει ο άνεμος το ρούχο, μια στιγμή τύχης που αγωνίζομαι να αιχμαλωτίσω και της στήνω καρτέρι με λόγια ελληνικά.
Να τι είδους είναι ο ελάχιστος καμβάς όπου μπορεί επάνω του να κεντηθεί το ιδεόγραμμα της ζωής μου' που, ωστόσο, αν έβρισκε κανείς ότι αξίζει τον κόπο να το αναλύσει, θα ‘φτανε να σχηματίσει ένα χώρο, που η σημασία του δε βρίσκεται στα στοιχεία τα φυσικά που τον απαρτίζουν, αλλά στις προεκτάσεις και στις αντιστοιχίες τους μέσα μας, ως τις απώτατες άκριες, έτσι ώστε, σε τελική ανάλυση, ολόκληρο το νόημα του οράματος να συγκεντρώνεται στην καθαρότητα ψυχής που προϋποθέτει, για να γίνει ευανάγνωστο και κατανοητό. Πρέπει να ‘χει, φοβούμαι, πεισθεί κανένας προηγουμένως ότι η ψυχική διεργασία που απαιτείται για να συλλάβει έναν άγγελο είναι πολύ πιο επώδυνη και τρομαχτική από την άλλη, που κατορθώνει να εκμαιεύει δαιμόνους και τέρατα, για να μπορέσει να καταλάβει τι θέλω να πω.» (σελ 37) και λίγο ύστερα (σελ 40): «Αν εμίλησα στην αρχή για κορίτσι και για εκκλησάκι με κίνδυνο να φανώ ελάχιστα σοβαρός είχα το λόγο μου. Θα 'θελα να τραβήξω το πρώτο μέσα στο δεύτερο και να το κάνω δικό μου, όχι διόλου για να σκανδαλίσω, αλλά για να ομολογήσω πως ο έρωτας είναι ένας και, μαζί, για να κάνω πιο πυκνό το ποίημα, που θέλω, με τις ημέρες του βίου μου, ν' αποτελώ».
Και ακόμη (σελ 164):
«Κι η μικρή Σειρήνα που κάποτε, γλείφοντας μ' ένα κύμα το σώμα του καλοκαιριού, σιγοτραγούδησε και τρέχει έκπαγλη σκορπίζοντας γύρω της μυριάδες αστραπές. Είναι οι αστραπές που αλωνίζουν τα νιάτα' καθεμιά τους αντιστοιχεί και σε μια λαχτάρα' κι είναι όλες οι λαχτάρες κοπέλες, που με ονόματα δροσερά, σα να μεγάλωσαν στο πέλαγος, ή να 'ζησαν με μια γαλάζια άνοιξη στα στήθια, βγαίνουν να φιλήσουν τα παιδιά που αγαπούν...
Α! τι καθαρά που φαίνονται σε μια τέτοια στιγμή τα παιδικά χρόνια του κόσμου ετούτου! Να, εδώ είναι που κυνηγούσε χρυσόμυγες, το μορτάκι του άσπρου σύννεφου!... Σ' εκείνον κει το βράχο δάκρυζε αναίτια η Μαρίνα. Και το τραγούδι «Νεότης, νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου» αντηχούσε και τότε, όπως και σήμερα!...»