"Η ελεύθερη ψυχή είναι σπάνια, αλλά όταν τη συναντήσεις την αναγνωρίζεις. Κι αυτό, γιατί αισθάνεται όμορφα, πολύ όμορφα όταν είσαι κοντά της ή μαζί της"
C.B

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ ΠΑΠΑ / ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ (Η παρθένα της γειτονιάς μου)






Βιογραφικό:(πηγή: www.books.gr)


Ρίτα Μπούμη – Παπά (1906 – 1984). Η Ρίτα Μπούμη γεννήθηκε στη Σύρο. Το 1920 εγκαταστάθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας, όπου σπούδασε παιδαγωγική και ειδικεύτηκε στη μέθοδο Montessori . Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια σε περιοδικά όπως η Νέα Εστία, το Νέον Κράτος, η Νέοι ρυθμοί και εφημερίδες όπως η Αλλαγή, η Μάχη, η Αυγή (την περίοδο 1957-1960). Υπήρξε αρχισυντάκτις του περιοδικού Ιόνιος Ανθολογία (από το 1929), εκδότρια των περιοδικών Εφημερίδα των ποιητών (1956-1958) και Κυκλάδες (1930-1932) και διευθύντρια του Ιδρύματος Περιθάλψεως Παιδιού (1930-1933). Το 1936 παντρεύτηκε τον ποιητή Νίκο Παππά, με τον οποίο έζησε στα Τρίκαλα ως το 1940, οπότε εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1929 με τη δημοσίευση του ποιήματός της Μικρέ μου αλήτη στη Νέα Εστία, ενώ σε παιδική ηλικία είχε δημοσιεύσει ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων (1919). Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, τη μετάφραση (έργα των Λ.Λέβτσεφ, Σολόχωφ, Μπέκετ, Μπέττι, Ουγκώ και άλλων). Τιμήθηκε με τον Α’ Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1935), το Α Βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1945), το Διεθνές Βραβείο Συρακουσών (1949), το Βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1965) καθώς και από το Ρουμανικό κράτος και την Ακαδημία του Βουκουρεστίου. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, ισπανικά, ουγγρικά, σερβικά, πολωνικά, αλβανικά, πορτογαλικά και άλλες γλώσσες. Η Ρίτα Μπούμη – Παπά τοποθετείται χρονικά στους έλληνες λογοτέχνες της γενιάς του μεσοπολέμου. Η γραφή της χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από τη φυσιολατρεία της, και παρουσιάζει έντονα τα στοιχεία του αισθησιασμού, του λυρισμού αλλά και του πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, ιδιαίτερα στα μεταπολεμικά έργα της. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Ρίτας Μπούμη – Παπά βλ. Αργυρίου Αλεξ., “Ρίτα Μπούμη – Παπά”, Η ελληνική ποίηση Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, σ.404-415. Αθήνα, Σοκόλης, 1979, Γιάκος Δημήτρης, “Μπούμη – Παπά Ρίτα”, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Ζήρας Αλεξ., “Μπούμη – Παπά Ρίτα”, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987.(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).



«Ο πλούτος της πνευματικής προσφοράς της Ρίτας Μπούμη Παπά είναι πολύ μεγάλος. Δεν περιορίζεται μόνο στην ποιητική της δημιουργία, στις μεταφράσεις ξένων ποιητών, που για πρώτη φορά το έργο τους εμφανίστηκε στην Ελλάδα, στις ανθολογίες ποίησης, στις διασκευές και μεταφράσεις μεγάλων θεατρικών συγγραφέων, που παίχτηκαν στο θέατρο, στα περιοδικά που η ίδια εξέδωσε, επεκτείνεται και σε μια πληθώρα άρθρων, επιφυλλίδων, συνεντεύξεων, διαλέξεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με γνώμονά τους το πάθος. “Το πάθος είναι η ουσία της Ρίτας Μπούμη. Ακόμα κι όταν μιλάει, σε συνηθισμένες καταστάσεις, είναι σαν να παρακολουθείς μικρές εκρήξεις απ’ αυτό το ακοίμητο πάθος… Θα την έλεγα η Πασιονάρια της ελληνικής ποίησης” (Μάρκος Αυγέρης)» σημειώνει η Ευγενία Ζωγράφου στο Ριζοσπάστη (12-3-1998), αναφερόμενη στο ποιητικό και λογοτεχνικό έργο της Ρίτα Μπούμη – Παπά.


H μοίρα μας


Πόσοι μας αγνοούν, Θεέ μου,
Από τα μακρινά τʼ αστέρια σου
Μέχρι τον ένοικο του πλαϊνού σπιτιού…

Πόσοι δεν ξέρουν πως τους αγαπούμε
Πόσοι δεν ξέρουνε πως χτίζουμε γιʼ αυτούς
Για τα παιδιά τους
Για τα εγγόνια τους

Πόσοι δεν ξέρουνε την αυταπάρνηση μας
Τη μοναξιά μας
Πόσοι κοιμούνται δίχως να μας πουν καληνύχτα
Όταν γιʼ αυτούς ξενυχτούμε σʼ ένα τραπέζι με μια λάμπα

Πόσοι δεν νιώθουνε το χάδι μας σαν να τους τυλίγει
Πόσοι θαρρούν πως είμαστε φαντάσματα, βρυκόλακες
Όταν μπροστά στη ρέμβη τους περνούμε ως ίσκιοι
Πόσοι δεν μας υποψιάζονται καθόλου

Πόσοι δεν μας προσέχουν
Πόσοι δεν μας ακούνε νʼ αλαλάζουμε στην έρημο
Πόσοι στο δρόμο μας προσπερνούν ανίδεοι
Μη ξέροντας πως είμαστε η ψίχα της καρδιάς τους

Πόσοι, Θεέ μας, μας περιγελούν
Που περπατούμε ανάλαφροι κι αφηρημένοι
Πόσοι ξαφνιάζονται
Πόσοι ακόμα και τρομάζουν
Γιατί περνώντας τους χαμογελούμε.



Αν ήξερες


αν ήξερες πόσο λυπημένη ήρθα

πόσο λυπημένη φεύγω

με βροχερό ουρανό και φόρεμα ξεφτισμένο

αν ήξερες πόσα δάκρυα στέγνωσαν μόνα τους

δίχως ένα σπόγγο χειλιών

με πόσα πικρά λουλουδια ζύμωσα κερί

να φωτίσω πιθανές νυχτερινές αφίξεις

αν ήξερες πόσο, πόσο αναζητουσα

ένα λευκό ραβδί για τις τυφλές εξόδους μου

σε ώρες πολυσύχναστες 

δίχως ασφάλεια

αν άκουγες νωρίτερα το λυγμό μου

να διπλασιάζεται χτυπώντας σε τοίχους γυμνους

αν έβλεπες πως έψαχνα μεσ' απ' την κλειδαρότρυπα

για ένα άστρο

για δυο προσκεφαλάκια απ' των νάνων την πολιτεία

ελπίζοντας σ' ένα ύπνο διπλό και βαθύ

αν ήξερες, αν ήξερες, αν ήξερες-

δε θ' άφηνες το σαράκι να με τρυπήσει

σαν ένα ομοίωμα από ξύλο φτηνό

δεν θα περνούσες μπρος από την πόρτα μου

όπως περνάει ο άνεμος

δίχως να σταματήσεις. 



Βραδινή νοσταλγία


Που νάσαι αυτό το βράδι αγαπημένε μου,

που οι γρύλλοι λες και κλαίνε μες στα χόρτα; 

ποιος κουρνιαχτός σε σκέπασε απ' τα μάτια μου

ποια μέσα της σε κλείνει ξένη πόρτα;


Που κρύφτηκες κ' εχάθηκες, πως γλυστρησες 

μέσα απ' τα δυο μου χέρια, εσύ, καλέ μου;

Γιατί να μη μπορέσουν απ' τ' αντάριασμα

να σε κρατήσουν του μοιραίου τ' ανέμου;


Που νάσαι, για να ιδείς πως εμεγάλωσε

τ' αγιόκλημά μας μέσα στην αυλή μας,

πως σφίγγεται τρελό πανω στα κάγκελα

και μου θυμίζει πάντα το φιλί μας;


Που νάσαι απόψε, που η βραδιά από έρωτα

λες κ' ηδονίζεται όλη, κ' υποφέρει!

Πάρε το δρόμο κ' έλα στο σπιτάκι μας

σαν παραστρατημένο περιστέρι.


 Καπνίζει η καπνοδόχη πα' στα δώματα,

είν' ώρα που η δουλειά έχει σταματήσει,

που στέκεται η γυναίκα στην αυλόθυρα,

το ταίρι της, που θάρθει, ν' αντικρύσει.


Κ' εγώ, σκυφτή, μονάχη στο κατώφλι μας,

κι απ' τη δουλειά της μέρας κουρασμένη,

κάθομαι μπρος στην πόρτα, που περσότερο

απόψε να σε κλείσει περιμένει. 


Πως άνθισαν απόψε τα φιλιά μου


Πως άνθισαν απόψε τα φιλιά μου

κ' εγίναν τα ξερά μου χείλια κήποι

και στα νεκρά σκιρτήσαν σωθικά μου

παλιοί λησμονημένοι κάποιοι χτύποι;


Ανέστη, Θε μου, ο πόθος του έρωτά μου,

που ο χωρισμός τον νέκρωσε κ' η λύπη

απόψε μες στην άρρωστη καρδιά μου

που ο πονος κι ο καημος δεν απολείπει!


Λουλούδια ευωδιαστά γίναν οι πόνοι

και το σφιχτό μου στόμα αχνά γελάει

θαρρώντας πως η αγάπη το σιμώνει...


Πιο γρήγορα το στήθος μου χτυπάει

από μια σκέψη που έκανα και μόνη,

που πέρασε σα σύννεφο και πάει...


Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες,
θα πλημμυρίσει η πόλη με βουβά κορίτσια
ο αέρας με στιφή ευωδιά θανάτου
τα φρούρια θα σηκώσουν άσπρες σημαίες
τα οχήματα θα σταματήσουν ―
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες,
θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη
ακάλυπτα, να σας φωνάζουν
«γιατί μας στείλατε έτσι νωρίς να κοιμηθούμε
σε τόσο χιόνι, αχτένιστες, κλαμένες;» ―
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη
πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε στη γη
πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει
ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη ―
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα υψωθεί να τις στολίσει
μέσα στα κούφια μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες
οι μπούκλες τους, οι επίδεσμοι, θα κυματίζουν·
ω τότε, πολλοί από τύψεις θα πεθάνουν ―
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.



Φως ιλαρόν


Φως ιλαρόν
Είσαι το μόνο φως που ορίζω
Σε πύργο σε κρατώ στημένο
Στον άνεμο
Σʼ αβράδυαστη μέρα σʼ αιχμαλωτίζω
Μαργαριτάρια σου χαρίζω
Περίπατους γλυκούς
Σʼ ουρανούς δίχως σύνορα.

Πριν από σένα
Είχαν δει την καρδιά μου οι γλάροι
Να ναυαγεί
Σκεπασμένη με φύκια.

Τώρα χτυπάς εσύ το τζάμι μου
Κι οι γούνες της θάλασσας
Τυλίγουν το ρίγος μου
Νύχτες έναστρες ξεκολλούν
απʼ το χρόνο
φωτιές από ουράνια τόξα
καίνε στο τζάκι μου
ξημερώνει
και δεν διαλύονται τα φαντάσματα
που χτίζουν στον ύπνο μου
παλάτια στην άμμο.
Φως ιλαρόν
Όποια χώρα επισκεφθείς λέγεται
Ελπίδα
Όποια γη πατήσεις καλπάζει
Στη χαίτη του ιλίγγου
Στην έκσταση

Σ΄όποιο προσκέφαλο κοιμηθείς
Με σπαθί λυγερό από μαρτιάτικο μίσχο
Το σφάζεις
Το γεμίζεις όνειρα.

Λαμπάδα από ανόθευτο κερί
Στα σκοτάδια
Φέξε απʼ τα ύψη τους νόμους
Μιας νέας θρησκείας
Αναίμακτης
Το υλικό
Για το μέγα ναό της ειρήνης
Που αιώνες ονειρεύονται
Τʼ ανθρώπινα ποίμνια.

Δείξε σʼ όσους δεν πίνουν
Άλλο κρασί απʼ το αίμα
Και το κίτρινο μέταλλο έχουν θεό
Τις διαστάσεις του χρόνου
Στο χώρο που εσύ μόνο βαδίζεις
Το μόριο της παρουσίας τους
Στο απέραντο σύμπαν
Το μαστό τον αστείρευτο
Της αγάπης το γάλα.

Εξήγησε τους πόσο απύθμενη είναι
Η άβυσσος
Πόσο έχουνε κιόλας
Στο χείλος της πλησιάσει
Με το πνεύμα δεμένο
Στων πολέμων τʼ αμάξια

Πόση οργή ηφαιστείων κλείνει
Η ξέχειλη καρδιά των ταπεινών
Που δεν είδαν ποτέ τους
Ψωμί και βιβλίο

Και γράψε στο μαύρο βελούδο
Του άπειρου
Με πύρινα γράμματα
Πως η νίκη θα ʽναι του Ανθρώπου.

Φως ιλαρόν
Εσύ, εγώ και το τραγούδι
Τρέχομε ακόμα μαζί

Διανύομε αποστάσεις μέσα σε στιγμές
Εισδύοντας σε κύκλους πύρινους
Για να καούμε
Μα, απʼ τη δοκιμασία
Βγαίνομε πιο άλκιμοι
Και πιο λαμπροί.

Δεν ξέρω αν ήταν εποχή που είμαστε
Άγνωστοι
Εσύ, εγώ και το τραγούδι
Τώρα αναζητιόμαστε κι οι τρεις
Απεγνωσμένα
Η επαφή μας κάνει τα δέντρα
Να τινάζονται
Δίχως πνοή ανέμου
Λέξεις βελούδινες ανθούν στʼ αυτιά
Με ματωμένους μίσχους
Κι ένας λαβύρινθος μας παρασύρει
Στα ενδότερα του.

Κι αυτόν όμως τον κίνδυνο τον αψηφούμε
-γιατί τώρα το νήμα δεν υπάρχει
κι η Αριάδνη ήταν μύθος-
πάνω στο άσπρο προσκέφαλο του δειλινού
κωφεύομε
στη μυστική επίκληση της φρόνησης
είμαστε έτοιμοι για το πήδημα
του θανάτου
για την πάλη της αγάπης
εναντίον όλων
για την ελπίδα που τρέμει
και ζητά να ζήσει
μες στα ερείπια και στις στάχτες
για την απόφαση
να συγκολλήσουμε τρίμμα με τρίμμα
όλα τα θρύψαλλα
σʼ έναν καθρέφτη γαλανό
με χλοερές ανταύγειες
και δάφνες άκοπες στις όχθες
να ιδούμε ακόμα μια φορά
ολάνθιστο το πρόσωπο μας.

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021

ΣΙΔΕΡΗ- ΠΑΝΓΟΠΟΥΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ/Rene Aubry - Apres La Pluie

 



Η Δήμητρα Σιδέρη-Παναγοπούλου γεννήθηκε στο Γύθειο το 1923. 

 Στα χρόνια της Κατοχής μπήκε στην Αντίσταση. Το 1946 παντρεύτηκε τον Νίκο Σιδέρη. Το 1955 μετανάστευσαν στην Ολλανδία. Εκεί μεγάλωσαν και σπούδασαν τα δύο τους αγόρια. Το 1992 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Δελφίνι" το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Πατρίδες και το 1994 το μυθιστόρημα Αλφοθήκαμε και μια ποιητική συλλογή.

Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί στα ολλανδικά. Το Σεπτέμβριο του 1999 πέθανε στην Ουτρέχτη.

Το κείμενο που ακολουθεί, είναι αυτό που είχα γράψει στο refene ένα χρόνο μετά το θανατό της.

  

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΙΔΕΡΗ

Πέρασε ήδη ένας χρόνος  από το θάνατο της αξιόλογης και σηµαντικής συγγραφέως και ποιήτριας, Ελληνίδας µετανάστριας και θεµατοφύλακα της ελληνικής παράδοσης στην Ολλανδία, Δήµητρας Σιδέρη.

Παρά το ότι βιβλία της έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ελάχιστοι πήραν είδηση το περασµά της. Κι αυτό γιατί η Δήµητρα, δεν ήταν άνθρωπος των υψηλών τόνων και του στόµφου, των κυκλωµάτων και της προβολής, η Δήµητρα υπήρξε το φως που έπεσε πάνω στις αθέατες οµορφιές του Έλληνα, και η ψυχή τηςµέχρι το τέλος ήταν δοσµένη στον αγώνα της. Ένας αγώνας που για χρόνια υπήρξε µαζικός, για να καταλήξει στο τέλος η προσωπική υπόθεση µιας µορφής ευγενικής, αξιοθαύµαστης, και άγνωστης ωστόσο στον πνευµατικό κόσµο της Ελλάδας, ποιος ξέρει γιατί.

Η Δήµητρα πέθανε γιατί δεν µπορούσε να συνεχίσει τον αγώνα της. Πέθανε γιατί δεν µπορούσε πια ν' ακουστεί το µαντολίνο της, πέθανε γιατί οι φίλοι και παλιοίσυναγωνιστές αποξεχάστηκαν στις βαθιές πολυθρόνες των γραφείων τους, πέθανε γιατί ένιωθε πως η παρουσία της ενοχλούσε τις τύψεις τους, και πέθανε γιατί ένιωθε πως πια δεν µπορεί να προσφέρει σε κανέναν.Η Ουτρέχτη της Ολλανδίας την θρήνησε µε σηµαίες µεσίστιες, µνηµόσυνα, ανάγνωση κειµένων της και προβολή της ζωής και του σηµαντικότατου έργου της. Οι Έλληνες της Ολλανδίας, αλλά και οι Τούρκοι, οι Ιρακινοί, οι Λιθουανοί, οιΠαγκιστανοί, οι Κούρδοι, την έκλαψαν σαν πραγµατική µάνα.Όλους τους είχε χωρέσει η καρδιά της, και ακόµα ακόµα, το σπίτι της.Αν η Μελίνα ήταν ακόµα στη ζωή, θα είχε θρηνήσει περισσότερο από κάθε άλλον ίσως, το θάνατο της Δήµητρας. Γιατί ήταν η µόνη που θυµόταν ακόµα τι θα πει Σιδέρη, αυτή και η Δανάη Στρατηγοπούλου, που υπήρξε φίλη της µέχρι το τέλος. Έτσι κι αλλιώς, η ίδια θεωρούσε τον εαυτό της αδελφή των ανθρώπων, ανάλωσε όλη της τη ζωή στην υπόθεση της αδελφοσύνης, ανάλωσε και τα τελευταία κύτταρα της σκέψης της. Και ήταν µια σκέψη υγιής, κόντρα στις συνθήκες της ζωής της, και κόντρα στην ασθένεια που τα τελευταία χρόνια τη βασάνιζε.

Είχα την τύχη να γνωρίσω τη Δήµητρα τα τελευταία χρόνια της ζωής της, και παρά τη διαφορά της ηλικίας µας, δεν µε άφησε στιγµή να πιστέψω πως µιλώ µε µια αποστασιoποιηµένη από τα πράγµατα γυναίκα, µε µια υπερήλικη, µε µια κυρία που µας χωρίζει το χάσµα των γενεών, ή που στηριζόµενη στα χρόνια της αξιώνει τον σεβασµό, όπως κάνουν οι περισσότεροι από ένα σηµείο και µετά.

Από την πρώτη στιγµή της γνωριµίας µας, µε ένιωσε, έζησε και είδε, σαν αδελφή και µου εκµυστηρεύτηκε τον πόνο της. Και ποιος ήταν ο πόνος της; 

"Τα παιδιά µου κρατούν απόσταση από µένα, µε έχουν βγάλει στο περιθώριο, αλλά δεν φταίνε αυτά. Εγώ φταίω και δεν έχω κανένα δικαίωµα να παραπονιέµαι. Δεν τους αφιέρωσα αρκετό χρόνο, έτρεχα πάντα έξω, να φυγαδεύω πολιτικούς εξόριστους, να παραυρίσκοµαι στις συγκεντρώσεις, και απεργίες πείνας, οµάδες πολιτικές απο δώ, πολιτιστικές από κει, είχα βλέπεις δηµιουργήσει και την οµάδα των ελληνικών δηµοτικών χορών, να βρίσκω τις στολές, να κανονίζω παραστάσεις, να παίζω και τη µουσική στα γηροκοµεία. 

Έβλεπα Ελένη τους υπερήλικες να κάθονται σε µια καρέκλα κοιτάζοντας στο πάτωµα κάτω, µε τα χέρια σταυρωµένα και το βλέµµα χαµένο, και είπα στον άντρα µου το Νίκο. (Πόσα δεν έκανα µε το Νίκο µου για τους πρόσφυγες. Από τότε που έφυγε πήρα κι εγώ την κάτω βόλτα. Πενήντα χρόνια σύντροφοι). Του είπα λοιπόν :

«Είναι απαράδεχτο, δεν το πιστεύω πως δεν υπάρχει ζωή µέσα σ' αυτούς τους ανθρώπους. Ας κάνουµε κάτι, ας τους ξυπνήσουµε». Αρχίσαµε λοιπόν να πηγαίνουµε δυο φορές την εβδοµάδα και να τους παίζαµε µουσική, βαλς, ταγκό, παλιά και καινούργια τραγούδια. Δεν µπορείς να φανταστείς το πως άλλαξαν. Χόρευαν,γελούσαν, πήραν τ’ απάνω τους διοργάνωναν εκδροµές, σαν θεούς µας περίµεναν. Γλέντια να δεις. 

Ξέρεις τι κάνω τώρα Ελένη; Στην Ολλανδία όταν γυρίσω ξέρεις που θα είµαι; Καθισµένη στην καρέκλα της πρώην ψυχαγωγικής αίθουσας του γηροκοµείου, απλό καθιστικό τώρα, να κοιτάζω µε τα χέρια σταυρωµένα, το πάτωµα κάτω. Πάνε όλα. Κανείς δεν κάνει τίποτα πια για τα γεροντάκια κι εγώ είµαι µια απ' αυτούς.»

Ποιος ήταν ο πόνος της; 

"-Έσβησα το τηλέφωνο σήµερα από το βιβλιαράκι µου, του τάδε και της τάδε. Ποιος ο λόγος να έχω την ατζέντα µου γεµάτη; Αυτοί έχουν ξεχάσει και πως υπάρχω κι εγώ τους κρατούσα εκεί µέσα, ίσα για να θυµούµαι ότι τους γνώρισα." Ο τάδε και η τάδε, είναι ονόµατα µεγάλα, µε βάρος παρουσίας στα πνευµατικά και πολιτικά πράµατα της χώρας µας. Ο τάδε και η τάδε, έµειναν στο σπίτι της πολλές φορές, είτε κυνηγηµένοι από τη Χούντα, είτε γιατί έπρεπε να τους βρει διαβατήριο για να περάσουν σε άλλη χώρα, είτε γιατί έπρεπε απλώς να ξοδέψουν κάποιες µέρες περαστικοί από κει, είτε και γιατί υπήρξαν σύντροφοι στον κοινό σκοπό που γι'αυτήν δεν τέλειωσε µετά την επταετία της Χούντας στην Ελλάδα, αλλά υφίστατο µέχρι το τέλος.Ο κοινός σκοπός. Οι πανανθρώπινες ιδέες. Η µεγάλη αδελφοσύνη. Το µεγάλο κοινό µαράζι.

"-Κι αν η µισή µου η καρδιά γιατρέ βρίσκεται εδώ πέρα, η άλλη µισή στην Κίνα βρίσκεται..." και, "πάντα η καρδιά µου στην Ελλάδα τουφεκίζεται.

Έσβησαν τώρα όλα Ελένη, πάνε...Δεν υπάρχουν ιδανικά. Ώρες αναρωτιέµαι, τι κάναµε; Μια τρύπα στο νερό κάναµε. Μια τόση µεγάλη τρύπα σαν αυτή του Όζοντος που έκανε τον ήλιο να µας τσουρουφλίζει το όραµα».

Μου είπε την τελευταία φορά που ήρθε στην Ελλάδα. Ύστερα µου εξέφρασε την ανησυχία πως ίσως αυτή να είναι η τελευταία φορά που βλεπόµαστε. «Μπορεί µέχρι του χρόνου και να µην είµαι σε θέση να ταξιδέψω. Γι' αυτό ας πούµε το αντίο εδώ κοριτσάκι µου» µου είπε.

 Πέθανε, δυο µήνες αφότου γύρισε στην Ολλανδία, Σεπτέμβρη του 1999. Θυµάµαι της τηλεφωνούσα για να δω τι κάνει, κανείς δεν σήκωνε το τηλέφωνο.

Και γω σου λέω Δήµητρα πως έβγαλες το έργο όχι µιας, µα δέκα ζωών τα χρόνια του µισεµού σου στην Ολλανδία. Πως έγινες πρότυπο ανθρώπου για την Ελένη αυτή εδώ. Ορόσηµο και µέτρο για κάθε µαταιόδοξη προσδοκία, και πως αυτοί που σηκώνουν το ποτήρι στη µνήµη σου, αναγνωρίζουν τη µεγάλη προσφορά σου στον άνθρωπο, στα ελληνικά γράµµατα, και στην ελληνική παρουσία, άσχετα αν η ασθένεια δεν σ' άφησε να πεις όσα είχες ακόµα να πεις και να δώσεις. Όχι εδώ εντάξει. Όχι ακόµα εδώ. Ίσως και ποτέ εδώ. Μα τα ξέρεις τώρα τα πράµατα πως ήταν ανέκαθεν στην Ελλάδα. Ανακαλύπτουµε τις ελπίδες όταν έχουν πεθάνει. Τους λόγους της περηφάνειας µας όταν δεν υπάρχουν. Και θυµόµαστε, τότε και µόνο που πρέπει να υπερβούµε την ασηµαντοτητά µας, µε µια αναφορά στα ονόµατα αυτών που µας τίµησαν.Έχω να πω τόσα για σένα. Θα µπορούσα να µιλάω µέρες και µέρες, θα µπορούσα, να µη σταµατήσω µέχρι να σε «αλφώσω»* µετά θάνατον ξανά µε τους παλιούς σου συντρόφους. Αυτούς που σε ξέχασαν, αυτούς που καµώνονται πως δεν σε ξέρουν. Αλλά δεν έχει νόηµα να επικαλείται κανείς ανύπαρκτα πράµατα. Ψυχή και συνείδηση τα είχες µόνον εσύ, αξιοπρέπεια και αυτάρκεια που άφησες εδώ πάνω, στον πάγκο µε τα κειµήλια και τους παλιούς θησαυρούς, που οι λίγοι µα γνώστες συλλέκτες, ξέρουν ν' αναγνωρίζουν.

Για κείνο το έργο που άφησες πίσω σου σαν άνθρωπος, δεν ξέρω πως να σ'ευχαριστήσω. Ξέρω πως υπάρχει µια πόλη στην βόρεια Ευρώπη, η Ουτρέχτη, που οι άνθρωποι στο άκουσµα της λέξης Έλληνας, χαµογελούν φιλικά, σου ανοίγουν την καρδιά και τα σπίτια τους. Κι αυτό το χρεώνω σε σένα.

Ξέρω πως οι Ολλανδοί τιµούν τους Έλληνες συγγραφείς, περισσότερο απ'όσο οι Ελληνες στην Ελλάδα. Κι αυτό πάλι το χρεώνω σε σένα. Πολλά έχω να σου χρεώσω, και τα ελληνικά τραγούδια που ακούγονται στις γιορτές, το ελληνικό χορευτικό συγκρότηµα που είναι πια µεγάλο, και ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη. Τελειωµό δεν έχουν αυτά.

Μα εγώ θέλω να µιλήσω τώρα για το συγγραφικό σου έργο. Που το χαρακτηρίζει η νοσταλγία, η προσπάθεια, η διατήρηση της ανθρώπινης αξίας, το ήθος, και η αισιοδοξία που ξεπετάγεται µέσα από τη σκληρή συχνά πυκνά µοίρα των ηρώων σου. Συγχώρεσέ µου την όποια µου συναισθηµατική φόρτιση, το ίδιο και συ φίλε αναγνώστη, ο λόγος της Δήµητρας Σιδέρη όµως, δεν έχει καµιά σχέση µε τα λογοτεχνικά τερτίπια της δεξιοτεχνικής γραφής, είναι λόγος της καρδιάς και της µνήµης, κι έτσι νοµίζω θα επιθυµούσε και η ίδια να γίνει γνωστός προς τα έξω.

* Ως παράγωγο του "Αδελφωθήκαµε" που είναι ο τίτλος ενός βιβλίου της.

Ακολουθούν ποιήματα από την ποιητική συλλογή της Δήµητρας: ΥΠΑΡΧΩ

ΔΕΛΦΙΝΙ 1995 

Λίγα λόγια για την ποίηση της Δήµητρας από τον Κώστα Καραχάλιο που προλογίζει το βιβλίο της. 



 

« Πιστεύω πως δεν χρειάζεται πρόλογος για µια ποίηση που µιλάει ίσια στην καρδιά και τη σκέψη του αναγνώστη, που ο δηµιουργός της έχει βαθιά συνειδητοποιήσει εκείνο που αισθάνεται και θέλει να πει, κι έχει την τόλµη να το πει και την τέχνη να το εκφράσει µε τον δικό του, τον ολότελα προσωπικό λόγο, χωρίς περιστροφές, σκοτεινούς υπαινιγµούς και περιττούς φιλολογικούς διάκοσµους.»

Διάβασε λοιπόν φίλε αναγνώστη τις «αδρές µαρτυρίες της Δήµητρας, γεµάτες από πτυχές των τραγικών εθνικών και κοινωνικών περιπετειών του λαού µας, και των συνεπειεών τους. Είναι, ξεχωριστά για κείνους που υποχρεώθηκαν να εκπατρισθούν, η πίκρα και η µοναξιά του ξενιτεµού, η νοσταλγία της πατρίδας και της νεότητας,ακοµα κι όταν η θύµησή τους φέρνει πόνο. Είναι η στέρηση αγαπηµένων προσώπων, η αγάπη και η τρυφερότητα για τα πιο κοντινά απ’ αυτά, απλωµένη σ’ όλο τον κόσµο που πάσχει, αγωνίζεται και ελπίζει. Είναι, πίσω και πάνω απ’ όλα, ο ξεριζωµός και η µεταφύτευση σε ξένα χώµατα, όπου οι χώροι και οι άνθρωποι, όσο κι αν θέλεις και προσπαθείς να οικειωθείς µαζί τους, όσο κι αν δείχνουν φιλόξενοι, ή και είναι πραγµατικά φιλόξενοι, δεν είναι δυνατό να γίνουν τα βουνά και τ' ακρογιάλια, τα δέντρα και το φως του τόπου σου, οι βασανισµένοι µα ολοδικοί σου άνθρωποι".



ΣΤΟ ΝΙΚΟ

Θά 'θελα να µικρύνω

να γίνω ένα τίποτα

για να µπορέσω να σε φτάσω

να φιλήσω την ψυχή σου

αγαπηµένε µου.

Να σου χαρίσω όλους τους ήλιους

και νά 'ρθω να καθήσω κοντά σου

στιγµές ατέλειωτες

Χωρίς να µιλάω.

Κι όταν θα κλαίω

όταν θα κλαίω

µέσα στις χούφτες σου,

να' ναι γιατί η καρδιά µου

και η ψυχή µου

κι ολόκληρη εγώ

µαζί µ' εσένα

έγιναν ένα,

και δε µπορείς

ούτε εσύ ούτε κι εγώ

να ξεχωρίσουµε

ποια είναι η δική σου ψυχή

και ποια η δική µου.

Ουτρέχτη 1970


ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ

Καλώς ήρθες φίλε,

καλώς ήρθανε όλοι οι φίλοι,

όχι πως µας λείψατε ποτές,

µα πως να στο πω,

γέµισε ο ήλιος µε φως

γεµίσαµε κι εµείς µε φως.

Γιατί έχουµε καιρό

να δούµε τον ήλιο φίλε,

έχουµε καιρό να τον δούµε να λάµπει.

Θα λάµψει. Δεν θα λάµψει

κάποτες και για µας

χωρίς τελειωµό

ο ήλιος φίλε;

κι ανάµεσα στο φως του

δε θα φυτρώσουν γαρίφαλα;

Κάτι τρανά

κατακόκκινα γαρίφαλα

που το πικρό χαµογέλιο τους

θα λάµπει χαρούµενο

κι αυτό σαν το φως,

µιας και θα βρίσκονται

µέσα στο τόσο φως

και σε τόση ευτυχία;

Αθήνα 1952


ΥΠΑΡΧΩ

Βρέχει...βρέχει

µέρες...βδοµάδες

ασταµάτητα,

έξω από το παράθυρό µου

το τοπίο ίδιο

εδώ και είκοσι χρόνια

Πράσινο γρασίδι

τα δέντρα,

τα σπίτια

µε τις γαλαρίες µπαλκόνια

και τα παράθυρα

µε τ' άσπρα τα κουρτινάκια

κλειστά

Κάτω

µουριές,

µαύρα, άσπρα µούρα,

κουκούλια στα τελάρα

πάνω στα µουρόφυλλα

για το µετάξι.

Φραγκόσυκα

η θειά Καλλιόπη

καθισµένη στο πεζοδρόµιο

έξω από την Άη Γιώργη

να τα καθαρίζει.

Μια χαρακιά στη µέση

µια απ' το κάτω µέρος

µια απ' το πάνω

και να, το φραγκόσυκο

γυµνό και µυρωδάτο,

και να τα

δέκα στη δεκάρα.

Εδω

Βρέχει... βρέχει ακόµα

και η θάλασσα µαύρη,

φουρτουνιασµένη

κι ο ήλιος ακριβοθώρητος.

Θυµάµαι.

Οι ροδιές δίπλα στο πηγάδι

και οι Κυδωνιές στο φράχτη

ψητό κυδώνι

κυδωνόπαστο

Κυδώνι γλυκό µε µύγδαλο.

Η ελιά, η ελιά

το λιόδεντρο

µια θέση θρόνος

κι όλος ο κάµπος από κάτω

µ'ελιές και τ' αµπέλια

και η θάλασσα.

Η µαύρη ελιά

η χαρακτή

η πράσινη η τσακιστή

η θρούµπα

το µάζωµα

το τίναγµα, τα λιόπανα,

και η καρεδένια πετσέτα στο χώµα,

το βρεγµένο παξιµάδι

και το κρεµµύδι

και η φέτα το τυρί

και η ελιά, η ελιά.

Οι λεύκες, οι ψηλόλιγνες λεύκες

να ξαπλώνεις στον ίσκιο τους

και ν' ακούς το τραγούδι τους

φσσσσ, φσσσσ, φσσσσ...

Τα φύλλα τους να χορεύουν

αγκαλιά µε τον ήλιο

τ' ασήµι κι ο ήλιος

ο ήλιος και τ' ασήµι

και να κολυµπάς

να λούζεσαι µες στ' ασηµόφωτο.

Η µυγδαλιά, η µουσµουλιά

οι πορτοκαλιές κι οι λεµονιές

να ζαλίζεσαι από τη µυρουδιά

των λουλουδιών τους

την Άνοιξη.

Στους µπαξέδες

το πορτοκάλι

κοµµένο στα τέσσερα µε τη φλούδα

για µεζέ µε κόκκινο µπρούσκο κρασί

και δίπλα

η µακριά σειρά µε τα κυπαρίσσια

κι απο κάτω

η θάλασσα µε τ' άσπρα βότσαλα.

Εδώ οι µατανάστες

τα παιδιά

στο Ελληνικο σχολείο

«Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ»

Σαρακατσάνικα

Θρακιώτικα, Ηπειρώτικα.

η «ΣΙΔΕΡΑΙΝΑ»

δυο γιους, δυο βλαστάρια,

κορώνες µου.

Έχω δυόσµο και µάραθο στον κήπο µου

και βασιλικό στη γλάστρα

έχω τσικουδιά και ούζο

αρνί στη σούβλα το Πάσχα

και τσουρέκια

και κόκκινα αυγα.

Το σπίτι µας

µια όαση ζεστασιάς κι αγάπης

για τους µονάχους

τους πικραµένους αδερφούς µας

τους Έλληνες της ξενητειάς.

Η Χριστίνα, η Γεωργία,

ο Δηµήτρης, ο Βασίλης,

ο Κώστας, ο Μάκης

ο ΣΙΔΕΡΗΣ κι η ΣΙΔΕΡΑΙΝΑ.

Μπουζούκι, κιθάρα, ούτι, κλαρίνο,

µερικές δεκάδες τετραγωνικά µέτρα

κι όλη η Ελλάδα µέσα

κι οι χαρές κι οι καηµοί και τα πάθη.

Τα χαµόµηλα κι οι παπαρούνες

ένα µεγάλο λειβάδι

κι εσύ πεσµένη ανάσκελα

µε τα χέρια ανοιχτά

κι ο ήλιος από πάνω σου

ο άντρας, ο ήλιος, η ζωή, ο έρωτας.

Ο βραδινός περίπατος στην παραλία,

ωραία αγόρια, ωραια κορίτσια,

πέρα δώθε, πέρα δώθε

κλεφτές µατιές

κρυµµένες λαχτάρες

και πλατς-πλατς η θάλασσα

κι ο ψαράς µε το πυροφάνι

και µε το καµάκι για χταπόδια

κι απέναντι να λαµπυρίζουν

τα φώτα από το γριγρί

κι ο φάρος του Τσιρίγου.

Εφτά µήνες χειµώνας

κρύο, παγωνιά, έξω και µέσα

να µη ζεσταίνεσαι µε τίποτα

κρύα τα χέρια σου

κρύα κι καρδιά σου.

Το πότισµα τ'αποµεσήµερο

στο µποστάνι,

µελιτζάνες, κολοκύθια, πιπεριές,

ντοµάτες, µπάµιες.

Κι ανάµεσά τους ο δυόσµος

να µοσχοβολάνε όλα

και το κατάξερο χώµα

να ρουφάει το νερό και ν' ανασαίνει.

Ο γυρισµός απ' τα χωράφια

στο ηλιοκάθισµα

µπροστά τα ζα

πίσω οι άνθρωποι

ξεκοφτά στο πλάι οι ίσκιοι.

Το καταµεσήµερο του καλοκαιριού

η λυσσαλέα ώρα του µεσηµεριού

ίδια σκύλα που γοργανασαίνει βαθιά,

τα φίδια να σέρνονται,

τα φιδοτόµαρα να γυαλίζουν

το ηλιόφλογο.

Και πιο ψηλα

στα χέρσα χωράφια π' ανηφορίζουνε

ασπάλαχτρα, αγκάθια,

αθάνατα µε τις λόγχες τους τεντωµένες,

σπερδούκλια, τσουκνίδες,

φραγκοσυκιές, αρκουδόβαρα

όλα έτοιµα ν' αντισταθούνε

µε την έχθρα τους

στο άγγιγµα του ανθρώπου.

Το εκκλησάκι ψηλά

στην κορφή των γρανιτένιων βράχων

µε τις φωλιές των γλάρων

και τα αυγά από τα πετροπούλια.

Ένας άσπρος σταυρός

µε φόντο τη θάλασσα, την απέραντη,

και το χαρουπόδεντρο στην άκρη

τίποτ' άλλο...

κι εσύ µόνη

µε το θεό να σε κρατάει απ' το χέρι

και να σου λέει σιγανά

«µη µιλάς, κοίτα, κοίτα

σ' αγαπώ».

Οι µανιάτισσες

οι στιγνές, οι λιανές

οι «ξερές φραγκοσυκιές»,

η Λιού, η Πετρού, η Δηµητρού,

η Κυριάκαινα, Η Κυριακούλαινα,

η Καπετανόνυµφη, η Κακοσόνυφη,

µε τους πόνους τους

και τα µοιρολόγια τους.

Πέθανα στις 23 Αυγούστου του 1955 στην Ελλάδα.

Γεννήθηκα, τρεις µέρες αργότερα, στις 26 Αυγούστου

του 1955 στην Ολλανδία,

σε ηλικία 32 χρόνων.

Ουτρέχτη 1975


Η µέρα, η νύχτα

η νύχτα, η µέρα

η µια πίσω απ' την άλλη,

τρέχουνε ασταµάτητα

Δεν σ' αφήνουνε να ησυχάσεις,

ακολουθείς κι εσύ

κι όταν σταµατήσεις

έχασες το δρόµο.

Ως εκεί ήτανε

µη ρωτάς το γιατί

εκεί θα µείνεις

και θα εξαφανιστείς,

εκεί στην άκρη

του δρόµου του µεγάλου,

του δρόµου

Που δεν τελειώνει ποτέ.

Δυο λουλούδια,

τα πουλάκια,

έχω πιάσει σχέση

µ' ένα περιστέρι,

έρχεται και τρώει τα ψίχουλα

µέσα απ' την παλάµη µου

το χαϊδεύω και δε φεύγει.

Που και που

περνάει κάποιος,

περνάει κάθε µέρα

έξω απ' το παράθυρό µου

Κουνάω το χέρι µου

κι αυτός µ' αντιχαιρετάει,

όµως δεν τον γνωρίζω,

δεν ξέρω τι χρώµα

έχουν τα µάτια του

Ολλανδός είναι η ξένος;

Κάθε µέρα είµαι µόνη.

Στα εβδοµήντα µου χρόνια

είµαι ολοµόναχη.

Κάθε µέρα σκέφτουµαι

το µεγάλο δρόµο

τον ατέλειωτο δρόµο.

Δεν υπάρχει έλεος.

Ουτρέχτη 18.12.1992



Δώς µου το χέρι σου

Φίλη µου,

Φίλε,

Στην καρδιά µου απάνω

Ν' ακουµπίσεις,

Στην παιδική

Γερασµένη καρδιά µου,

Να την ακούσεις να χτυπάει...

Αύριο, µεθαυριο,

Κάποτε, θα σταµατήσει,

Όσο γίνεται,

Όσο πάει,

βοήθησέ µε

να µπορώ

να σου µιλάω,

να σου γράφω

και να σου εύχοµαι κάθε χρόνο

 

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ

Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ.

 Με χέρι σταθερό,

µε το µυαλό ξεκάθαρο,

όσο µπορώ,

όσο πάει

Βοήθησέ µε,

για να σε βοηθήσω

µε την αγάπη µου

και την έννοια µου

για σένα,

και τον άλλον,

για όλο τον κόσµο

Όσο µπορώ...

 

Ελένη Μπάλιου, μεταφορά από το refene.com Έτος 2000.